Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Παράγοντας στατιστικές πληροφορίες για το ελληνικό κράτος

η σκοπιά ενός μόνιμα ελαστικού «ιδιώτη συνεργάτη» της ΕΛ.ΣΤΑΤ. 


Περιπλανώμενος με την κάρτα ανεργίας μου στην αγορά εργασίας τα τελευταία 2 χρόνια, [1] έχω υπάρξει και σε μια «απασχόληση» που δεν εναλλάσσεται και έχει αποδειχθεί σταθερή στον χρόνο που μου απορροφά και στο ποσό χρημάτων που μου ανταποδίδει. (Όχι και τόσο) προφανώς, είναι μια δουλειά, που όπως πολλές τη σήμερον ημέρα, δεν θεωρείται δουλειά αλλά εξωτερική συνεργασία, δεν έχει σταθερό μισθό, πληρώνει πολύ καιρό μετά το πέρας της εργασίας μέσω απόδειξης δαπανών και ταυτόχρονα καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες μιας δημόσιας υπηρεσίας. Αυτή η εργασία που δεν θεωρείται εργασία πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από φοιτητές, ανέργους, επισφαλώς εργαζόμενους ή νοικοκυρές που ερευνούν, συλλέγουν και καταγράφουν τα στατιστικά στοιχεία του ελληνικού κράτους γύρω από τις δραστηριότητες της ελληνικής κοινωνίας και αποκαλούνται «Ιδιώτες Συνεργάτες» (Ι.Σ.) της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Με άλλα λόγια, στο κείμενο που διαβάζετε θα προσπαθήσω να εξηγήσω πως π.χ. γίνεται να παράγονται τα ποσοστά της ανεργίας (της κύριας έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα δεδομένα της οποίας όλοι επικαλούμαστε όταν μιλάμε για το ζήτημα) μέσα από την εργασία ενός (τυπικά) ανέργου. Καθόλου εύκολη διαδικασία όπως θα καταλάβετε, ιδιαίτερα επειδή οι σκέψεις που θα μοιραστούμε προέρχονται από ατομικά βιώματα που δεν έχουν συναντηθεί σε κάποια αγωνιστική κινητοποίηση με άλλα αντίστοιχα βιώματα συναδέλφων, αν εξαιρέσουμε τις απογραφές του 2011 και του αγώνα που δόθηκε τότε [2].
\
Όλα ξεκινάνε με τη συμπλήρωση μιας φόρμας στο διαδύκτιο, ανά 8 μήνες μετά από κάποια διαφήμιση σε κάποιο site του στυλ «νέες θέσεις εργασίας από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.». Στη φόρμα συμπληρώνεις τα στοιχειά σου, την προηγούμενη συμμετοχή σου σε ανάλογες έρευνες, τρεις περιοχές που σε ενδιαφέρουν να εργαστείς και πόσο χρόνο μπορείς να διαθέσεις (40, 80 ή 120 ώρες τον μήνα, αν θυμάμαι καλά, οι επιλογές), αν επιθυμείς έρευνες σε νοικοκυριά ή επιχειρήσεις [3] και δηλώνεις ότι οι αμοιβές σου από παροχή υπηρεσιών το προηγούμενο έτος δεν ξεπερνούν τα 4.900 ευρώ. Πατώντας το «κλικ» γίνεσαι μέρος του «Μητρώου Ιδιωτών Συνεργατών» της ΕΛ.ΣΤΑΤ.» όπου ανάλογα με την προηγούμενη εργασιακή σου εμπειρία σε στατιστικές έρευνες/δημοσκοπήσεις) και τις σπουδές σου βαθμολογείσαι [4] σε σχέση με τις θέσεις εργασίας που ζητά η κάθε στατιστική έρευνα σε κάθε περιοχή (που εκτιμώ ότι κυμαίνονται από 200 ως 1000 θέσεις πανελλαδικά, σε ένα έτος οπότε φαντάζομαι εργάζονται σε διαφορετικές φάσεις κάμποσες χιλιάδες άτομα με αυτό το καθεστώς).

Ουσιαστικά, ο τρόπος επιλογής προάγει αυτούς που έχουν εργαστεί στο παρελθόν και δεν τα έχουν παρατήσει. Το μεγαλύτερο κομμάτι της πρόσκλησης της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για τη συγκεκριμένη απασχόληση, εξηγεί ότι ο «συνεργάτης» διαγράφεται από το «Μητρώο Ι.Σ.», καθώς και από το επόμενο που θα βγει στις παρακάτω περίπτώσεις: Αν αρνηθεί κάποια έρευνα που θα του προσφερθεί, ουσιαστικά αν δεν απαντήσει ουσιαστικά εντός 48 ωρών με ΝΑΙ στο SMS που θα του σταλεί και θα τον ενημερώνει ότι επιλέχθηκε. Αν παρατήσει στη μέση μια έρευνα που ξεκίνησε. Αν δεν ανταποκριθεί καλά στη δουλειά του (π.χ. παραδώσει πολύ λίγα στατιστικά δελτία) και αξιολογηθεί αρνητικά. Από την πλευρά των αφεντικών πρόκειται σίγουρα για έναν αρκετά αποδοτικό τρόπο να αξιολογούν αυτό το διάχυτο εργατικό δυναμικό, να ξεσκαρτάρουν αυτούς που δεν έχουν τόση όρεξη για δουλειά και να μη σπαταλάνε τόσο χρόνο στο να επιλέγουν και να αντικαθιστούνε τους κάθε φορά «συνεργάτες», δίνοντας ως ανταμοιβή σε όσους αντέχουν απλά τη συνέχιση της εργασίας. Από εργατική σκοπιά πάλι πρόκειται για μια ακόμα διαδικασία πειθάρχησης μας που στόχο έχει να απολέσουμε το παραμικρό στοιχείο προσωπικής επιλογής και προγραμματισμού πάνω στον χρόνο και τις συνθήκες τις εργασίας μας (βλ. και την ανάλυση της συλλογικότητας μας για το workfare ως επιβολή της εργασίας στους ανέργους [5]).

Προσέξτε: Δεν υπογράφουμε κάποια σύμβαση εργασίας με υποχρεώσεις και δικαιώματα, μόνο μια υπεύθυνη δήλωση ότι «η παροχή υπηρεσιών δεν θεωρείται ότι υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας». Όμως υποχρεούμαστε ως «εξωτερικοί» να είμαστε διαθέσιμοι κάθε στιγμή και ώρα που θα επιλέγουμε από την ΕΛ.ΣΤΑΤ. ανεξάρτητα του τι άλλο κάνουμε στη ζωή μας για να επιβιώσουμε. «Καλά», θα ρωτήσει κάποιος άσχετος με τις σύγχρονες επισφαλείς συνθήκες εργασίας, «σου προσφέρεται δουλειά σε τέτοια περίοδο κρίσης κι εσύ έχεις το θράσος να γκρινιάζεις ότι σου επιβάλλεται;» Προτεινόμενη απάντηση: «Ναι, γιατί κάνω ταυτόχρονα 2-3 τέτοιες δουλειές για να επιβιώσω και προσπαθώ να καθορίσω στο ελάχιστο τον τρόπο που θα ανταπεξέλθω χωρίς να πάθω υπερκόπωση, μαλάκα». Εναλλακτικά, μπορούμε να δούμε τις συνθήκες εργασίας αυτής της υποτίθεται «φοβερής ευκαιρίας για δουλειά».

Κατ’ αρχήν, μπορεί να υποχρεούσαι να εργάζεσαι όποτε σου ζητήσουν κάτω από τις δικές τους συγκεκριμένες προθεσμίες, αλλά η πληρωμή γίνεται στην καλύτερη 5 μήνες, στην χειρότερη ενάμιση χρόνο, μετά την παράδοση των στατιστικών δελτίων. Άλλη μια εργασία δηλαδή που πρέπει για τ’ αφεντικά να εκτελεστεί χωρίς να πρέπει να τους απασχολεί ο τρόπος επιβίωσης των εργαζομένων, της κάλυψης των καθημερινών και μηνιαίων τους εξόδων. Την ΕΛ.ΣΤΑΤ. αναλόγως δεν την απασχολεί αν λόγω αυτής της δουλειάς για τον ΟΑΕΔ μπορεί και να θεωρηθούμε εργαζόμενοι (θεσμικά το τοπίο θεωρείται ακόμα «γκρίζο», υποκείμενο στην καλή διάθεση των υπαλλήλων που θα το πάρουν χαμπάρι), ούτε φυσικά το πώς θα αποκτήσουμε ασφάλεια υγείας. Αυτός άλλωστε είναι κι ο λόγος που μεγάλο κομμάτι των «Ι.Σ.» έχουν ταυτόχρονα τη φοιτητική ιδιότητα και συγκατοικούν με γονείς που του καλύπτουν μεγάλο μέρος αυτών των αναγκών.

Έπειτα, αυτή η εργασία, όποτε πληρώνεται, πληρώνεται με το κομμάτι και υπόκειται σε παρακράτηση φόρου 25%. Το δεύτερο σημαίνει ότι το ¼ των χρημάτων που δικαιούσαι μπορεί να τα πάρεις μέχρι και 2μιση χρόνια μετά την παράδοση της εργασίας σου, στη φορολογική δήλωση της επόμενης χρονιάς από αυτής που θα πληρωθείς. Μπορεί βέβαια και να μην τα πάρεις ποτέ αναλόγως των υπόλοιπων εισοδημάτων ή της ακίνητης περιουσίας που διαθέτεις [6]. Τ’ ότι δουλεύεις με το κομμάτι σημαίνει ότι ο χρόνος που χρειάζεσαι για να επικοινωνήσεις με τους ανθρώπους των νοικοκυριών που αποτελούν το δείγμα δεν ταυτίζεται με το χρόνο που πληρώνεσαι, αφού ένα σημαντικό κομμάτι του δείγματος (40-50% στις περισσότερες έρευνες που οι ειδοποιήσεις στα νοικοκυριά δεν στέλνονται ταχυδρομικώς από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.) αντιστοιχεί σε κενά διαμερίσματα ή σε κατοίκους που δεν έχουν χρόνο/διάθεση να απαντήσουν και σπανίως δίνεται η δυνατότητα αντικατάστασης που μειώνει την αξιοπιστία της έρευνας (τ’ ότι το δείγμα επιλέγεται με τυχαίο τρόπο κι όχι π.χ. από γνωστούς). Οπότε ένας «Ι. Σ.» αντιμετωπίζει συνεχώς την αντίστοιχη ταλαιπωρία και άγχος ενός εξωτερικού υπαλλήλου/πλασιέ προϊόντων που ο (μελλοντικός) «μισθός» του ταυτίζεται με τον αριθμό των προσώπων που θα πείσει μέσω των επικοινωνιακών μέσων που θα χρησιμοποιήσει να διαθέσουν κάποιο χρόνο συνεργασίας.

Στις αντιξοότητες του επαγγέλματος προστίθεται ο μικροαστικός φόβος ενός σημαντικού κομματιού της ελληνικής κοινωνίας, με τους εργαζόμενους πόρτα-πόρτα να θεωρούμαστε a priori ύποπτοι εισβολείς με στόχο να πλήξουμε την ασφάλεια της ιδιοκτησίας τους. Τέλος, για έναν ενεργό πολιτικά «Ι.Σ.» όπως του λόγου μου, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η σχιζοφρένεια του να προσπαθείς να πείσεις αγανακτισμένους με τις πολιτικές του ελληνικού κράτους συμπολίτες (που δεν είναι επίσης λίγοι) για την επιστημονική/πολιτική ουδετερότητα της εργασίας σου, που δεν έχει ως στόχο το «φακέλωμα» των προσωπικών τους δεδομένων [7]. Πιο πολύ πετυχαίνει η ταξική ειλικρίνεια του «άνεργος είμαι κι εγώ και βγάζω ένα μεροκάματο πληρωνόμενος με το κομμάτι», ενώ αντίθετα η επίκληση στο υποχρεωτικό βάση νόμου της συμμετοχής στην έρευνα μπορεί να προκαλέσει μικρές αντικρατικές εκτονώσεις στο πρόσωπο σου με φόντο κλειστές πόρτες σκοτεινών πολυκατοικιών (υποσημείωση: οι μετανάστες στα υπόγεια αποδεικνύονται σχεδόν πάντα φίλοι μας, όπως και αρκετοί φοιτητές που καταλαβαίνουν βάσει και της δικιάς τους εμπειρίας).

Όσο ενδιαφέρον κι αν έχει ο συγχρωτισμός με τον «κοσμάκη εκεί έξω» (και, πιστέψτε με, έχει για το τι λέμε εμείς οι «πολιτικοποιημένοι») 2-3 καθαρές ώρες door-to-door εργασίας τα απογεύματα, τα Σ/Κ ή τις αργίες συνιστούν μια ιδιαίτερα κοπιαστική και αλλοτριωτική συνθήκη (πόσο μάλλον αν την κάνεις παράλληλα με πρωινή απασχόληση…) που αποτελεί την υλική βάση αυτής της παραγωγικής διαδικασίας. Σε αυτήν πρέπει να προσθέσουμε τη μίζερη συμπληρωματική δουλειά γραφείου, υποβοηθητικών τηλεφωνημάτων, εισαγωγής των δεδομένων σε υπολογιστές (που επιζητούν να αποφύγουν οι «μόνιμοι»), την παρακολούθηση απλήρωτων σεμιναρίων για την κάθε έρευνα και τον χρόνο και τα έξοδα μετακίνησης στο κτίριο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (στα Καμίνια) για την παραλαβή/παράδοση του υλικού. Εντέλει, όλα τα παραπάνω αποτελούν εργασία που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της ΕΛ.ΣΤΑΤ., χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να παράγει το υλικό της που αξιοποιείται μετά από πολιτικούς/κοινωνικούς και επιστημονικούς φορείς πανευρωπαϊκά ως αντικειμενικό δεδομένο για την εξαγωγή κοινωνιολογικών συμπερασμάτων και την χάραξη των αντίστοιχων πολιτικών. Η ιδιαίτερη φύση, από την άλλη, της εργασίας (μη ύπαρξη συγκεκριμένου, σταθερά ορισμένου χρόνου και χώρου εργασίας) δίνουν το νομικό πάτημα στην ΕΛ.ΣΤΑΤ. να την εκμεταλλεύεται ως εξωτερική «συνεργασία».

Ανεξάρτητα από την άποψη των νεοφιλελεύθερων αφεντικών μας [8] για την φύση της εργασίας μας, αυτή απαιτεί όπως είδαμε σταθερές και πιεστικές υποχρεώσεις από τις ζωές μας κάθε μήνα και ως αντάλλαγμα μας αμείβει (σε περίπτωση που επιλέξουμε το ανώτατο χρόνο εργασίας ανά μήνα) με 2.500-3.000 ευρώ καθαρά σε ετήσια βάση, σε 8-9 δόσεις που κατά μέσο όρο κυμαίνονται από 150 ως 450 ευρώ. Ένα ποσό με το οποίο δεν ζει προφανέστατα κανείς μόνος του, αλλά είναι μια χαρά για τον χρόνο που μπορεί να διαθέσει ένας/μια φοιτητής/τρια. Το βασικό πρόβλημα που απασχολεί επομένως εμάς τους «Ιδιώτες Συνεργάτες» είναι η απίστευτη γραφειοκρατία και αυθαιρεσία που εμποδίζει την όσο το δυνατόν εγκυρότερη καταβολή των δεδουλευμένων μας, κεντρική αφορμή άλλωστε της αγωνιστικής κινητοποίησης των ανέργων/εργαζομένων που συμμετείχαμε στην πανελλαδική απογραφή της ΕΛ.ΣΤΑΤ. το 2011. Παρά την υπαρκτή ανάμνηση της ελπιδοφόρας κοινότητας αγώνα που φτιάχτηκε τότε σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και επέβαλλε με καταλήψεις κτιρίων την επιτάχυνση της διαδικασίας πληρωμής, δεν υπήρξε κάποια οργανωτική συνέχεια που να ορθώνει κάποιο συλλογικό ανάχωμα στην εκμετάλλευση/ελαστικοποίηση της εργασίας μας ή έστω να βοηθάει στη σύσφιξη συναδελφικών δεσμών που θα τα βάλουν με την ατομικοπόιηση και τον κατακερματισμό μας. Οι «Ι.Σ.» συναντιόμαστε μόνο στα σεμινάρια, συμμετέχουμε σε διαφορετικές έρευνες, σε διαφορετικές περιοχές και εν γένει τραβάμε ο καθένας το δικό του δρόμο
.
Λόγω αυτής της έλλειψης, μέχρι στιγμής οι αντιδράσεις απέναντι στο μοντέλο εργασίας περιορίζονται μόνο στην ατομική «γκρίνια», σε ατομικά σαμποτάζ ή απλά στο να παρατήσεις τη δουλειά και να πρέπει να αντικατασταθείς τελευταία στιγμή. Όταν λέμε «γκρίνια», εννοούμε π.χ. ότι παίρνουμε συνεχόμενα τηλέφωνα και ψάχνουμε τους αρμόδιους για τις καθυστερήσεις Ή οι σεκιουριτάδες του κτιρίου διπλοτσεκάρουν τα στοιχεία μας πριν μπούμε και δεν μας αφήνουν χωρίς συνοδεία στο κτίριο, γιατί υποστηρίζουν ότι μια αγανακτισμένη συναδέλφισσα έφτασε έξω από το γραφείο του πρόεδρου για να διαμαρτυρηθεί για την απληρωσιά της. Όταν λέμε σαμποτάζ, π.χ. καθυστερούμε να παραδώσουμε το υλικό που μας ζητείται γιατί «δεν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε το εισιτήριο του λεωφορείου». Η απάντηση εκεί είναι ότι θα θεωρηθεί άρνηση εργασίας, θα διαγραφούμε από το Μητρώο και μπορεί να μην πληρωθούμε και ποτέ. Σε τέτοιες (ρητές ή άρρητες) κόντρες μπορούμε να συναντήσουμε και τη σημαντική συναδελφική υποστήριξη από τους «μονίμους»/προϊστάμενους μας, που μας «καλύπτουν» σε σχέση με τα χρονικά περιθώρια παράδοσης που έχουμε ξεπεράσει. Μια άλλη μορφή ατομικού σαμποτάζ είναι η προσπάθεια συμπλήρωσης δελτίων, χωρίς να ακολουθείς όλες τις τυπικότητες που προσδίδουν αξιοπιστία στην έρευνα και αυξάνουν τον χρόνο εργασίας (π.χ. αποφεύγοντας να πάρεις τηλέφωνα για επιβεβαίωση στοιχείων που πρέπει να ξανατσεκάρεις ή αντικαθιστώντας όσους από το δείγμα αρνούνται να συμμετάσχουν στην έρευνα με πιο φιλικούς γείτονες τους κι άλλα πολλά που καλό θα ήταν να μην τα διαβάσουν τ’ αφεντικά της ΕΛ.ΣΤΑΤ.).

Στην περίπτωση της έρευνας για την ανεργία (εργατικού δυναμικού) παρατηρούνται οι μεγαλύτερες καθυστερήσεις πληρωμών, ως κι ενάμιση χρόνο μετά την παράδοση του υλικού, με την ΕΛ.ΣΤΑΤ. να επικαλείται ως αιτία τους ελέγχους που γίνονται για την παράδοση παραπάνω καινούριων δελτίων των αναμενόμενων από μερικούς συναδέλφους (και ενώ αυτό αποτελεί ζητούμενο από τους προϊσταμένους μας) [9], ή την ύπαρξη φορολογικών εκκρεμοτήτων από άλλους συναδέλφους, γεγονός που μπλοκάρει την πληρωμή όλων. Γι’ αυτό τον λόγο έχει τύχει τα τελευταία δυο χρόνια ν’ ανταλλάξουμε mail με κάποιους συναδέλφους και να έχουμε ανέβει να διαμαρτυρηθούμε 7-8 άτομα μαζί στα γραφεία των υπευθύνων που συνήθως μας πετάνε «μπαλάκι» ο ένας στον άλλον, μέχρι τον πρόεδρο που φυσικά δεν ασχολείται με εμάς τους «εξωτερικούς», ακόμα κι αν πρωτοκολλούμε αίτηση συνάντησης μαζί του. Αυτές οι πιο «αυθόρμητες» διαδικασίες διαμαρτυρίας όμως δεν έχουν αναπτυχθεί σε κάποιο πιο οργανωμένο και σταθερό επίπεδο συναδελφικής επαφής.

Το αν αυτή η οργανωμένη και μαχητική συναδελφική επαφή θα βρει ένα τρόπο να αυτοθεσμιστεί -ξεπερνώντας τις δομικές δυσκολίες συνδικαλιστικής οργάνωσης που νομίζω ότι σκιαγραφήθηκαν στο κείμενο/εργατική εμπειρία που διαβάζετε- αποτελεί ένα συνεχές ζητούμενο στις σύγχρονες συνθήκες ελαστικής/επισφαλούς εργασίας. Μπορούμε να είμαστε σίγουροι μόνο για τις αποτυχημένες συνταγές οργάνωσης, τύπου σωματείο ή (λενινιστικό) κόμμα, που μας προσφέρονται μέχρι στιγμής. Μπορούμε να είμαστε επίσης σίγουροι ότι σ’ αυτήν την προσπάθεια δεν έχει ερευνηθεί όσο θα έπρεπε η δυναμική νέων μέσων οργάνωσης, όπως π.χ. η χρήση των social media (και στην περίπτωση της ΕΛ.ΣΤΑΤ. των mailing list μέσω των όποιων επικοινωνούνε μαζικά μ’ εμάς για κάθε έρευνα). Μπορούμε ακόμα να είμαστε βέβαιοι ότι όσο σταθεροποιούμαστε οι μόνιμα ελαστικοί και μαθαίνουμε να επιβιώνουμε μέσα σε ένα συνεχές περιβάλλον υποτίμησης της εργατικής μας δύναμης, αυξάνονται οι υποκειμενικές δυνατότητες οργάνωσης μας. Μπορούμε, τέλος, να είμαστε 100% βέβαιοι ότι τίποτα δεν θα γίνει προς αυτή την κατεύθυνση αν δεν το προσπαθήσουμε.

Σημειώσεις:

[1] Βλ. ενδεικτικά «Το Workfare στη ζωή μου (ή 56 μέρες κοινωφελούς εργασίας στον πολιτισμό)», η Σφήκα, τ.6, Μάρτιος 2014, http://skya.espiv.net/το-workfare-στη-ζωή-μου-ή-56-μέρες-κοινωφελούς-ε/ και «Δευτέρες χωρίς λιακάδα, πόρτα, πόρτα, διπλοθεσίτης δημοσίου» στο http://polyergaleio.blogspot.gr/2012/10/blog-post.html
[2] Βλ. τα κείμενα «Ο αγώνας των απογραφέων – (συμπεράσματα από) Μία μικρή νίκη με μεγάλη, ίσως, σημασία», Σφήκα, τ. 2-3, Απρίλης-Μάης 2012 και το «Όταν κάποιοι επισφαλείς οργανώνονται – ο αγώνας των απογραφέων/τομεαρχών» στο http://polyergaleio.blogspot.gr/2011/12/blog-post_04.html
[3] Η έρευνα σε επιχειρήσεις γίνεται σε εργάσιμες μέρες και ώρες και επειδή δεν έχω εικόνα για τις συνθήκες εργασίας σε αυτή την κατηγορία, ό,τι γράφεται σε αυτό το κείμενο έχει να κάνει με την κατηγορία των ερευνών σε νοικοκυριά.
[4] Εγώ δούλεψα πρώτη φορά τον Οκτώβρη του ’12 μετά από αίτηση που έκανα τον Απρίλη για να εργαστώ το οχτάμηνο από Μάη ως Δεκέμβρη. Φαντάζομαι μέτρησαν τα μόρια που είχα από τη συμμετοχή μου στις πανελλαδικές απογραφές της ΕΛ.ΣΤΑΤ. το 2011. Μέχρι σήμερα έχω συμπληρώσει άλλες 3 φορές την ίδια φόρμα και έκτοτε εργάζομαι κάθε μήνα του 8μηνου στο οποίο αιτούμαι.
[5] Βλ. «Workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα», σ.κυ.α., Ιούνιος 2013, http://skya.espiv.net/2013/07/07/workfare-η-συνέχεια-της-ανεργίας-με-άλλα-μέσα/
[6] Π.χ. αν είσαι άνεργος (για τον ΟΑΕΔ) που κατοικείς σε δικό σου διαμέρισμα 50 τ.μ. με 3.000 ευρώ εισόδημα το 2013 από «ελευθέρια επαγγέλματα» (ΕΛ.ΣΤΑΤ.) και άλλα 3.000 από μισθωτές υπηρεσίες (π.χ. από 8μηνη σύμβαση στα ΕΛΤΑ) ξεπερνάς το αφορολόγητο των 4.900 και αντί να σου επιστραφούν τα 650 ευρώ της παρακράτησης καλείσαι να πληρώσεις 150 ευρώ φόρο.
[7] Άποψη του γράφοντος είναι ότι τα ερωτήματα των ερευνών γίνονται από την σκοπιά των αποριών που έχουν τα αφεντικά (ή καλύτερα ότι η επιστήμη της στατιστικής δεν μπορεί παρά να μιλά την αντικειμενοποιημένη γλώσσα του κεφαλαίου και των κατασκευασμένων κοινωνικών ταυτοτήτων). Π.χ. ένας γενικά άνεργος που δούλεψε μια ώρα την εβδομάδα αναφοράς της έρευνας ή ένας voucheras που συνεχίζει να ανανεώνει την κάρτα του στον ΟΑΕΔ ως «ωφελούμενος-άνεργος» θεωρείται εργαζόμενος στις έρευνες της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πολλοί σταθερά εργαζόμενοι με μπλοκάκι «αυτοαπασχολούμενοι», τα ατυχήματα στην μετάβαση από και προς την δουλειά δεν θεωρούνται εργατικά ατυχήματα κι άλλα πολλά. Αυτό βέβαια είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την αφέλεια πολλών πολιτών που φοβούνται ότι το ελληνικό κράτος έχει ανάγκη την ΕΛ.ΣΤΑΤ. για να καταγράψει πληροφορίες γύρω από το πρόσωπο τους και την οικονομική τους δραστηριότητα.
[8] Πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα τελευταία χρόνια και ιθύνων νους της μαζικοποίησης του συγκεκριμένου ελαστικού μοντέλου είναι ο πρώην έμμισθος συνεργάτης του ΔΝΤ Α. Γεωργίου. Θεωρείται επίσης ένας από τους κύριους υπεύθυνους για το «μαγείρεμα» των στατιστικών στοιχείων σε σχέση με το χρέος το 2009, έτσι ώστε να δικαιολογούν την προσφυγή της χώρας στους ξένους δανειστές.
[9] Η έρευνα εργατικού δυναμικού διενεργείται για τέσσερα τρίμηνα σ’ ένα δείγμα 17 περίπου νοικοκυριών κάποιων τετραγώνων μιας περιοχής σε όλη την Ελλάδα. Το πρώτο τρίμηνο διενεργείται κανονικά η έρευνα door-to-door και τα επόμενα τρίμηνα απλά επανεπιβεβαιώνονται και γενικά αντιγράφονται τα στοιχεία που έχουν δοθεί αρχικά (γεγονός που σε περίοδο ύφεσης διατηρεί γενικά τα στοιχεία της ανεργίας στα προηγούμενα επίπεδα). Τα καινούρια δελτία αμείβονται με 10 ευρώ καθαρά το νοικοκυριό, ενώ τα επαναληπτικά με 3,5 ευρώ, γεγονός που ωθεί τους «Ι.Σ.» που έχουν χρόνο να προσπαθούν να βρουν νοικοκυριά του δείγματος που δεν απάντησαν στο πρώτο τρίμηνο για να πληρωθούν παραπάνω καινούρια δελτία.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο Ρωμανός κι ο Τρόντι


(πρόχειρες σημειώσεις περί στρατηγικής και τακτικής)


Κι έτσι για άλλη μια φορά, μια εμπειρία αγώνα της εργατικής τάξης υποκινεί ένα καίριο άλμα για την καπιταλιστική αντίληψη των πραγμάτων –ένα άλμα που ουδέποτε αυτή η αντίληψη θα μπορούσε να είχε πραγματοποιήσει από μόνη της. Στο εξής τα αιτήματα της εργατικής τάξης θα αναγνωρίζονται από τους καπιταλιστές σαν αντικειμενικές ανάγκες της παραγωγής του κεφαλαίου· και σαν τέτοιες, όχι μόνο υιοθετούνται , αλλά επιδιώκονται ενεργητικά· όχι μόνο δεν απορρίπτονται μετά βδελυγμίας, αλλά γίνονται αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η μεσολάβηση του κινήματος της εργατικής τάξης στο θεσμικό επίπεδο και ειδικότερα στο επίπεδο των συνδικάτων αποκτά αποφασιστική σημασία. Ήδη με τη διατύπωση τους, τα αιτήματα του συνδικάτου βρίσκονται υπό τον έλεγχο εκείνων στους οποίους υποτίθεται πως πρέπει να επιβληθούν: υπό τον έλεγχο των αφεντικών που κατά τ’ άλλα υποτίθεται ότι διαχειρίζονται την εργατική αδιαλλαξία. Εντός του πλαισίου του συνδικαλιστικού αγώνα, τα εργατικά αιτήματα δεν είναι παρά αντανάκλαση των αναγκών του κεφαλαίου. (1)

   Ο Μάριο Τρόντι δεν είναι τόσο γνωστός στον «χώρο ιδεών» του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος. Αν και βασικός «πνευματικός πατήρ» του operaismo (εργατισμός) δεν είχε την τόσο «χαρούμενη» συνέχεια του τέκνου του Antonio Negri. Αντίθετα ρεφόρμισε, γύρισε στο ΚΚΙ (υποστηρίζοντας πως αν η οργανωμένη ιταλική εργατική τάξη βρίσκεται εκεί, εκεί θα έπρεπε να δοθούν και οι μάχες τακτικής/στρατηγικής) και γενικά ας μείνουμε στ’ ότι δεν μας πολύενδιαφέρει ο αναθεωρητισμός του έπειτα. Αντίθετα, νομίζω πως έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον στο σήμερα η ενασχόληση με το πρότερο έργο του, όταν μέσω των Quaderni Rossi εξασκούσε πολεμική κριτική στη σοσιαλδημοκρατική/ρεφορμιστική γραμμή εντός της εργατικής τάξης και του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι οι μάχες τακτικής θα έπρεπε να δίνονται στη βάση μιας άλλης στρατηγικής που υπήρχε «αυθόρμητα» εντός της τάξης. Της στρατηγικής της άρνησης (εργασίας).

   Ο Τρόντι ήταν επηρεασμένος όπως κι οι εγχώριοι συριζαίοι από την έννοια της «ηγεμονίας» του Γκράμσι, σύμφωνα με την ιδέα ότι οι ιδεολογίες έχουν μια σχετική αυτονομία που διαμεσολαβεί την ταξική σύγκρουση. Ο Τρόντι -αν και απ’ ότι έχω καταλάβει δεν το αρνιόταν αυτό- ξεκινούσε από άλλη βάση. Η αυθόρμητη υλική βάση της εργατικής τάξης είναι η άρνηση εργασίας. Η διαχείριση της εργατικής τους δύναμης είναι στα χέρια του κεφαλαίου, η διαχείριση του κεφαλαίου είναι στα χέρια της εργασίας τους. Και η εργατική δύναμη «δεν μετράει», αν δεν μετατραπεί σε εργασία, μέσα από τη μεσολάβηση διάφορων υπέροχων στιγμών ξοδέματος του εαυτού μας που υποψιάζομαι ότι βιώνετε οι περισσότεροι/ες. Οπότε η δυνατότητα «αρνησικυρίας» που χρησιμοποιούμε από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή απέναντι στα αφεντικά, τους συγκροτεί ιστορικά ως αστική τάξη από σκόρπια μπουρζουαζία, τους υπενθυμίζει τα υπαρξιακά τους, υλικά, άγχη του τι θα γίνουν χωρίς εμάς, τους αναγκάζει να διαμεσολαβήσουν τη σύγκρουση με ενσωμάτωση των αιτημάτων μας στο καπιταλιστικό πλαίσιο διαχείρισης της εργατικής μας δύναμης. Με πιο «προοδευτικό» στυλ και βραχιολάκια στα χέρια.

   Ο Τρόντι δεν αρνιέται την τακτική του συνδικαλιστικού αγώνα -ούτε από την άλλη μειώνει τη σημασία της μαζικής προλεταριακής εξέγερσης- που ξεκινάνε αμφότερα από αυτή τη στρατηγική αγώνα των εργατών. «Ενώ είναι αλήθεια πως η ταξική πάλη υπάρχει ακόμα και δίχως το κόμμα, πρέπει να σημειώσουμε πως κάθε ταξικός αγώνας είναι πολιτικός αγώνας», λέει και τονίζει: «μια συνέχεια αναγνωρίζουν οι εργάτες –τη συνέχεια των δικών τους άμεσων πολιτικών εμπειριών· και μια παράδοση, την παράδοση των αγώνων τους». Εδώ κοιτάει ουσιαστικά τον Γκράμσι και του απαντάει ότι πριν στραφούμε στο οικονομικίστικο πεδίο της διαταξικής ηγεμονίας του «λαού», θα έπρεπε να στραφούμε στην ίδια την πραγματικότητα της εργατικής τάξης και να κοιτάξουμε να διαμεσολαβήσουμε πολιτικά (σε επίπεδο τακτικής/στρατηγικής γύρω από τη σχέση τάξης-κόμματος-επανάστασης) τις αυθόρμητες αρνήσεις μας, κόντρα στις αστικές ιδεολογίες όπως είναι ο ανθρωπισμός, ο ρασιοναλισμός, ο ιστορικισμός. Οι διανοούμενοι του κόμματος και της παράδοσης έχουν αποκοπεί από την τάξη μας και τις άμεσες διαθέσεις της. «Για άλλη μια φορά το πρόβλημα πρέπει να απορριφθεί εξ’ ολοκλήρου»…



Ο αγώνας του Νίκου Ρωμανού, των συντρόφων του και του κινήματος αλληλεγγύης ήταν ένας πραγματικός αγώνας, με πραγματικά επίδικα, με πραγματικές συγκρούσεις και πραγματικά όρια. Εκκινούσε -ρητά ή άρρητα, διαμέσου διαφοροποιημένων πολιτικών/κοινωνικών ταυτοτήτων- από τη στρατηγική της άρνησης της βιοκυριαρχίας του κράτους και του κεφαλαίου πάνω στα σώματα μας. Ένα αίτημα που συγκίνησε τις υλικές πραγματικότητες αρκετών (ακροατών; θεατών; συγγενών; υποστηρικτών; σίγουρα με βασικό κοινωνικό ρόλο ως μισθωτών ή μικροαστών στην «συμβολαιακή» συνοχή του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού) γύρω μας. Η τακτική βέβαια ήταν στα χέρια του ευρύτερου α/α χώρου και του κόσμου του Δεκέμβρη που επανασυσπειρωθήκαμε σε λιγότερο ή περισσότερο  συνθήκες «ψυχολογικού εκβιασμού» γύρω από το ζήτημα ζωής ή θανάτου ενός αγωνιζόμενου αναρχικού ένοπλου ληστή με σάρκα και οστά (αλλά και υψηλό ιδεολογικό συμβολισμό για την εκτός χώρου κοινωνία ως «παιδί, φίλος του Αλέξη»). Η τακτική ενός κομματιού αυτού του χώρου κινείται -χωρίς αναγκαστικά να το έχει ως συνείδηση- στη βάση της στρατηγικής της μελλοντικής αριστερής κυβέρνησης, περί «φασιστικού κινδύνου», «απέναντι στο νέο ολοκληρωτισμό» στα «χωρικά». Η ευρύτερη αντιφασιστική στρατηγική χώρου-ΣΥΡΙΖΑ» μπάζει γενικώς από παντού. Θυμηθείτε ότι μέχρι τελευταία στιγμή υποτίθεται (για τους συριζαίους) πως ο Σαμαράς τα έκανε αυτά για να φτιάξει κυβέρνηση με τη ΧΑ. Οι φασίστες την ίδια στιγμή έδιναν μάχη για να πάρουν λίγο χώρο δημοσιότητας τα ηχογραφημένα αποσπάσματα συνομιλιών του πρωθυπουργού με δικαστικούς για τις προφυλακίσεις τους.

Ο «χώρος» έχει συνηθίσει απλά να καταγγέλλει τις ιδεολογικές μεσολαβήσεις  (ανθρωπισμός, ηγεμονία αριστερού λόγου κτλ.) πάνω στις οποίες στηρίζονται σχεδόν πάντα αγώνες όπως οι απεργίες πείνας και στις πλάτες αυτών φέρνουν πρακτικά αποτελέσματα. Όπως δεν υπολογίζει τα αιτηματικά όρια των αγώνων που δίνει βάση του εξεγερσιακού φαντασιακού που τον συγκροτεί στη μεταπολίτευση απέναντι στην αριστερά. Συγκροτείται μίζερα με βάση την πιο παραδοσιακή γενικόλογη ιδεολογική άρνηση ως «ρεφορμιστικών» όλων των παραπάνω (ιδιαίτερα το κομμάτι του που γαλουθήκε πριν τις κινηματικές συνθήκες του ‘06-’08, ας σημειωθεί εδώ ότι η «νέα», «μαχητική» αναρχία διαφέρει σε σχέση με αυτό το σημείο από τους μαύρους πατεράδες της που ακολουθεί πιστά σε άλλες νοοτροπίες πρωτοπορίας). Αυτή η τακτική του «δεν έχουν σημασία οι νίκες οι ήττες» και στις οποίες υπολανθάνει ο αγώνας ως μαρτύριο (συνεχίζοντας την αριστερή παράδοση), έχει κι ένα δίκιο. Γενικά τα σώματα μας ταλαιπωρούνται σε αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό. Οτιδήποτε αιτούμαστε, χτίζουμε, οργανώνουμε, ενσωματώνεται σε χρόνο dt από το κεφάλαιο. Επίσης, τι σκατά νίκη να πανηγυρίσουμε όταν οι (να υπενθυμίσουμε, όχι αναγκαστικά προλεταριακής καταγωγής) Σύριοι απεργοί πείνας σκουπίστηκαν εν μια νυχτί από το Σύνταγμα; Η θεσμοθέτηση των βραχιολακιών είναι ένα κατασταλτικό μέτρο που ταιριάζει με την προοδευτική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ ως συνέχεια του αστικού κράτους. Συνταιριάζει με τις ανάγκες του κεφαλαίου το αίτημα που μας παρακίνησε για «ανάσες ελευθερίας», αναποδογυρίζοντας το, προφανώς.

Η υλική πραγματικότητα που διαμορφώνει τα όρια αυτού του αγώνα είναι η απαίτηση ενός κρατούμενου απεργού πείνας με εξεγερσιακές (ατομικιστικές) αναρχικές ιδέες αντί να κλειστεί σε κανά κολαστήριο τύπου Γ’ να ξεφύγει λίγο από τον εγκλεισμό μέσω σπουδών σ’ ένα πανεπιστήμιο. Ο αγώνας αυτός κέρδισε -κατά κράτος που λέμε- ιδεολογικά και δημοκρατικά (άρα είναι παράλληλα και μια ήττα στο περιεχόμενο) και θα κερδίσει και συνδικαλιστικά/πραγματικά όταν υλοποιηθεί η παρουσία του Ρωμανού μαζί με άλλους (μη) κρατουμένους συμφοιτητές του στο ΤΕΙ Αθήνας. Χρειάζεται ταυτόχρονα να υπολογίζουμε στο τι λέμε, την πραγματική κατάσταση των προλετάριων κρατουμένων, το «πραγματικό τους σύνταγμα» περί αδειών και απεργιών πείνας που είχε πληγεί μετά την απόδραση του «πολιτικού» Ξηρού. Ο αγώνας αυτός φαίνεται από τη μια να αποτελεί νικηφόρα ρωγμή στο καθεστώς αυθαιρεσίας και αναδιάρθρωσης προς το χειρότερο των συνθηκών εγκλεισμού, από την άλλη μάλλον αποτελεί ήττα σε σχέση με τη μη επικοινωνία του με τους μαζικούς αγώνες κρατουμένων που είχαν δοθεί πανελλαδικά το προηγούμενο διάστημα ενάντια στις φυλακές τύπου Γ.

Αποτελεί λοιπόν προφανές πολιτικό όριο ότι ο αγώνας αυτός δεν ξεκίνησε από κάποιον συλλογικό αγώνα πολιτικών-ποινικών αλλά από μια πολιτική «παρέα» αγωνιζόμενων κρατουμένων, που βέβαια δεν πρέπει να τις χρεώνουμε περσινές αποφάσεις του κράτους, τις οποίες -έλεος- δεν τις πήρε χαμπάρι κανένα κίνημα. Αυτό που θα μπορούμε να την κατηγορήσουμε (κι εμάς ως «έξω κίνημα») είναι για έλλειψη πολιτικής ανάλυσης, επικοινωνίας, τακτικής και στρατηγικής του αγώνα τους σε υπόλοιπους κρατουμένους, στο «έξω κίνημα» και στην υπόλοιπη «κοινωνία». Αλλά αυτό αποτελεί πάγιο πρόβλήμα επικοινωνίας, σύνδεσης, ποιότητας, περιεχομένου των (γενικότερων) αγώνων (όλων) μας τα τελευταία χρόνια Ας αναρωτηθούμε; Ποιος είναι αυτός ο αγώνας που δόθηκε τα τελευταία χρόνια επιχειρώντας να μπλοκάρει κεντρικά την αναδιάρθρωση με αφορμή μια συνδικαλιστική σύγκρουση και δεν το διαμεσολαβούσε η αριστερή ιδεολογία (π.χ. ΕΡΤ) και άρα η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, ή κατάφερε να ξεφύγει από τον μικρόσκομο της αιστεράς/αναρχίας και να συνδέσει επιμέρους κοινότητες αγώνα.

Όπως και από την άλλη, είχε αναγνωριστεί από πολλούς ως μεγαλύτερο πρόβλήμα, η έλλειψη οργανωμένων συγκρούσεων γύρω από «ρεφορμιστικά» επίδικα που παίρνει κεντρική κατεύθυνση κι εντέλει επιβάλλει με τη συγκρουσιακή της δύναμη διάφορους όρους στο (άκροπασοκο)δεξιό κράτος. Εδώ για άλλη μια φορά τα μπουκάλια στα Εξάρχεια και πανελλαδικά κάναν τη δουλειά τους (την άλλη μίση την ανέλαβε η Κωνσταντοπούλου). Να θυμηθούμε εδώ τίποτα «επαναστατικές» αντιμνημονιακές γελοιότητες τύπου Φωτόπουλου, απεργία εκπαιδευτικών, εργαζομένων ΜΜΜ κτλ. Κι όμως η «κοινωνία» -και στις δυο της πλευρές που εκφράστηκαν τώρα με οξυμένα ιδεολογικά επιχειρήματα- θυμάται τις προηγούμενες αυτές νίκες/ήττες και ανάλογα αισιοδοξεί ή σιχτιρίζει, μετά τη (σχετικά) νικηφόρα (με όρους ιδεολογικής ηγεμονίας σίγουρα) εξέλιξη (για εμάς) της απεργίας πείνας του Ν. Ρωμανού.

    Ας μην κολλάμε στη συμβολική χρήση των ορών νίκη/ήττα που έχει ξεσκίσει η αριστερή αστική ιδεολογία. Ας σκεφθούμε διαλεκτικά και ψύχραιμα. Για το ευρύτερο «τάξη δι’ εαυτών» των εκμεταλλευόμενων/προλετάριων, συνιστά μια τακτική ήττα/υποχώρηση σε επίπεδο αγώνα η αντικατάσταση των οποιοσδήποτε αδειών των κρατουμένων με βραχιολάκια. Αν και το (ακροποσοκο)δεξιό κράτος δεν φάνηκε πολύ πρόθυμο να τρέξει αυτή την τεχνολογική βιοπολιτική αναδιάρθρωση, η αριστερά του συριζα φαίνεται πρόθυμη να ικανοποιήσει τέτοιου είδους «προοδευτικά» αιτήματα διαχέοντας την καπιταλιστική αναδιάρθρωση της άμισθης κοινωφελούς εργασίας και της τηλε-παρακολούθησης με βραχιολάκια στα σώματα όλων και περισσότερων (μισο)αποκλεισμένων από την εργατική συνθήκη, που ενδεχομένως θα βρεθούν να χρωστάνε απέναντι στις κρατικές αρχές. Ας αναγνωρίσουμε, έστω, ότι με τον απολογισμό του αγώνα που δόθηκε, ανοίγουν έστω αυτά τα ζητήματα τακτικής/στρατηγικής στο εσωτερικό του ανταγωνιστικού κινήματος, όπως και η συζήτηση για τον γενικότερο κατασταλτικό ρόλο αυτού του τεχνολογικού μέσου πειθάρχησης της εργατικής δύναμης, που θα αποτελέσει όπλο στη φαρέτρα της αριστερής διαχείρισης της αναδιάρθρωσης.

   Υπάρχει, εντέλει, ένα πολιτικό κάλεσμα για μάχη από τον προλεταριακό ανταγωνισμό της Ιταλίας του ’60 που έμενα μου ακούγεται επίκαιρο (παρά την αλλαγή ταξικής σύνθεσης από τον εργάτη μάζα και τον φορντισμό στο διάχυτο κοινωνικό εργοστάσιο) και προτείνω να του δώσουμε σημασία στην ενδιαφέρουσα ιστορική καμπή που (εγώ χαίρομαι, ενδεχομένως επειδή περιμένω ν' ανέβει το επίδομα ανεργίας, όπως μας έχει υποσχεθεί ο Αλέξης) φαίνεται ότι θα μπλεχτούμε:


 «Καμιά εργατική επανάληψη της αστικής επανάστασης, καμιά εργατική τάξη που ακολουθεί τα χνάρια της επανάστασης –καμιά επανάσταση γενικώς έξω από την εργατική τάξη, έξω από αυτό που είναι η τάξη, έξω από αυτό που η τάξη αναγκάζεται να κάνει. Κριτική του πολιτισμού σημαίνει να πάψουμε να είμαστε διανοούμενοι. Επαναστατική θεωρία σημαίνει άμεση ταξική πάλη επί τω έργω».

(1) Όλα τα τσιτάτα του Mario Tronti αποτελούν αντιγραφές από το «AUTONOMIA σκέψεις, αγώνες, μαρτυρίες των Ιταλών Αυτόνομων (1970-1980)», Εκδόσεις Λέσχη Κατασκόπων του 21ου Αιώνα, Αθήνα 2010. Κεφάλαιο: «Η στρατηγική της άρνησης»  (σ. 46-70), που αποτελεί μετάφραση από το βιβλίο του Mario Tronti  Operai e Capitale («Εργάτες και Κεφάλαιο»). 

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Του Εκκλησιαστή το ανάγνωσμα


"-Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή. Κάποια μέρα θα ξυπνούσαμε αλλού, απόμακροι, χωρίς να υπάρχει λόγος, ακολουθώντας τις ζωές μας που θα λοξοδρομούσαν. Η Ούρσουλα υπήρξε μια εποχή -η πέμπτη εποχή του χρόνου, μισή φθινόπωρο και μισή άνοιξη."

Διάβασα επιτέλους αυτό το καλοκαίρι το ιστορικό μυθιστόρημα "Εκκλησιαστής" των Luther Blisset. Δεν το συνιστώ ακριβώς για παραλία, δεν ξέρω αν συνιστώ και κάτι για παραλία, είμαι της άποψης ότι δίπλα στην θάλασσα υπάρχουν πάντα άλλες δραστηριότητες με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα βιβλίο, εκτός τώρα αν είσαι στην ερημιά που δεν πατάει ψυχή με 2-3 φίλους που έχετε βαρεθεί να βλέπετε τα μούτρα τους, εκεί χρειάζεται οπωσδήποτε ένα καλό βιβλίο. Εγώ πάντως το προτιμούσα για μεσημεριανή σιέστα και το ρούφηξα σε καράβια και λεωφορεία.
 
Ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας για να σας πω κάποια αποψάρα. Το χα ακούσει να το συζητάνε φίλοι και το έψαχνα. Μου 'χαν πει ότι τους είχε συνεπάρει η ανάγνωση. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αρκετές κουρυφώσεις ανάμεσα στις 850 σελίδες. Eγώ πωρώθηκα κυρίως στην περιγραφή της καρναβαλικής εξέγερσης των Αναβαπτιστών στο Μύνστερ, στη μελαγχολική Ούρσουλα που ερωτεύτηκε για λίγο ο ήρωας μετά την πρώτη ήττα των εξεγερμένων χωρικών και στο τέλος με την αμοιβαία προσέγγιση του ήρωα με τον ρουφιάνο των Παππικών που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο "Εκκλησιαστής". Αλήθεια είναι, επίσης, ότι στην αρχή, εγώ μπερδεύτηκα λίγο με τις διαδρομές του ήρωα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, αν και γνώστης -σε πολύ γενικές γραμμές- των ιστορικών γεγονότων της εποχής.

Το περιεχόμενο του βιβλίου, η κοινωνική σύγκρουση που κρύβεται πίσω από τις θεολογικές διαμάχες αποτελεί ένα ζήτημα που μου παρακινούσε ανέκαθεν το ενδιαφέρον, μάλλον λόγω και της διττής μου σχέσης με την χριστιανορθόδοξη θρησκεία που έτυχε να με βαφτίσουν σε ηλικία που δεν καταλάβαινα και πολλά. Από τη μια πλευρά είχα ως παιδί την ώθηση της μητέρας (και του σχολείου) για κατηχητικά, προσευχές και αντίστοιχες προπαγανδιστικές βλακείες και από την άλλη (ευτυχώς) την ώθηση του πατέρα προς την αθεΐα, ή σίγουρα την κριτική προς τους "κοιλαράδες" παππάδες. Η στάση μου προς τον χριστιανισμό πλέον καθορίζεται στο ένα άκρο από τη ριζοσπαστική αθεΐα και τον κυνισμό απέναντι στις μεταφυσικές πίπες περί του προσώπου του Ναζωραίου και στο άλλο από μια αίσθηση πληβειακής (χωριάτικης;) οικειότητας σε σχέση με τα κηρύγματα περί ισότητας και αγάπης που αποτέλεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο της εξάπλωσης της νέας θρησκείας στην τάξεις των σκλάβων της παρακμάζουσα Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο ήρωας του συγκεκριμένου βιβλίου φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι έπαψε να πιστεύει στη βοήθεια των αγγέλων από τη στιγμή που είδε τους μισθοφόρους να σφάζουν τους εξεγερμένους χωρικούς του Τόμας Μίντσερ στο Φράνκενχαουζεν, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολουθεί να βαφτίζει κόσμο στο μεταρρυθμιστικό δόγμα που επαγγέλλεται την απλότητα, την κοινοκτημοσύνη και την έλευση της Βασιλείας των Ουρανών στο εδώ και τώρα της ζωής των φτωχών και των ταπεινών.

Το βασικό προτέρημα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η μυθιστορηματική Αποκάλυψη της ζωής και των ταξικών συγκρούσεων που κρύβονται πίσω από τις θεολογικές διαμάχες που εγκαινίασε ο συνδυασμός των κηρυγμάτων του Λούθηρο, οι χιλιαστικές προσδοκίες των φτωχών και η έλευση της τυπογραφείας. Πρόκειται για μια ανάγνωση του χριστιανισμού που προφανώς επικοινωνεί με τις μαρξιστικές αναγνώσεις της εξέγερσης των χωρικών, κυρίως από Ένγκελς ("Ο πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία") και Ερνστ Μπλοχ ("Τόμας Μίντσερ: Ο θεολόγος της επανάστασης"). Στα ελληνικά υπάρχει επίσης το "Θαβωρίτες – Τόμας Μίνστερ – Αναβαπτιστές: αιρετική εξέγερση και κομμουνισμός στην Κεντρική Ευρώπη του 15ου και 16ου αιώνα" όπως και το "Ο διάβολος στη σάρκα τους: Τα απολωλότα πρόβατα του πληβειακού χριστιανισμού".

Το βιβλίο παρ' όλα αυτά εμένα μου άφησε μια αίσθηση ξενέρας και μελαγχολίας (με την κακή έννοια, η καλή έννοια παρατίθεται στην αρχή). Δεν είναι τόσο οι ήττες αυτές καθ' αυτές των κομμουνιστικών εξεγέρσεων, είναι η διαδρομή του ήρωα μετά απ' αυτές σε αιρετικά κοινόβια, σε απάτες ενάντια σε τραπεζίτες και στον κόσμο των εκδόσεων πάντα με τη συνοδεία καλού κρασιού και ωραίων γυναικών. Ο αναχρονισμός ανάμεσα στο 1520-30 και στο 1960-70 είναι νομίζω κάτι παραπάνω από εμφανής για ένα μυθιστόρημα που βγήκε από μια ομάδα ανώνυμων ριζοσπαστών συγγραφέων που "παίζουν" με τους κανόνες του θεάματος. Ξαναλέω η Ήττα είναι παρούσα από το πρώτο κεφάλαιο και προφανώς την γνώριζα (αλλιώς δεν θα ζούσαμε σε αυτό τον κόσμο!), αυτό που με ξενερώνει είναι ότι το βιβλίο αφήνει την αίσθηση που αφήνουν όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί από τους "ναυαγούς των sixties": Νοσταλγία για τις ένδοξες μάχες, απογοήτευση για την καταστρεπτική εξουσία των "πατέρων" και την βλακεία των δογμάτων και τέλος παραίτηση και ιδιώτευση ανάκατη με μικροαστικές αρπαχτές και πολιτισμικό κεφάλαιο προς επένδυση "για να μην ξεχαστεί το τι έγινε".

Θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Δεν ξέρω, πάντως γεννήθηκα πολύ μετά τις ήττες του 60-70 κι έχω βαρεθεί αρκετά αυτό το λίγο μελαγχολικό αλλά και 100% υπεροπτικό χαμόγελο κάτω από τα μουστάκια των παλιών. Δεν ξέρω αν είμαι αυστηρός, ο επίλογος ουσιαστικά υπερασπίζεται την απόλαυση της ζωής χωρίς σχέδιο, ίσως είναι τα χριστιανικά μου κατάλοιπα που μου κάνουν πάντα πιο συμπαθείς αυτούς που "χαθήκανε νωρίς", που μαρτύρησαν στην μάχη παρά αυτούς που επέζησαν για να καταλήξουν μορφωμένοι έμποροι/πρώην επαναστάτες.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

Περιμένοντας τους λυκανθρώπους

Παρασκευή και 13, πανσέληνος. Σωτήριον έτος 2014. Ξύπνημα. Πρωινό. Mail, facebook.

Τηλέφωνο νο 1: Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία. Αξία εργασίας που έχω παραδώσει και δεν έχω πληρωθεί 1500 ευρώ. Καθυστέρηση μέχρι 9 μήνες μετά την παράδοση της εργασίας. Απάντηση: Αλλάζει το σύστημα των πληρωμών, πρέπει να εκπαιδευτεί ο καινούριος υπάλληλος, από την άλλη εβδομάδα θα αρχίσει να ανακινείται η διαδικασία με αργούς ρυθμούς. Τα λεφτά θα τα πάρετε δεν ξέρουμε πότε, κάντε υπομονή. Προσωπικά εκτιμώμενη ρεαλιστική προοπτική μερικής πληρωμής: Μέσα Ιούλη.

Τηλέφωνο νο 2: Διαχειριστική Αρχή Υπουργείου Πολιτισμού, υπεύθυνη για την ομαλή λειτουργία των κοινωφελών προγραμμάτων στον τομέα του πολιτισμού. Αξία εργασίας που δεν έχω πληρωθεί: 1100 ευρώ. Καθυστέρηση 6μιση μήνες μετά τη λήξη της εργασίας. Απάντηση: Ο άμεσος εργοδότης δεν απαντάει στα τηλέφωνα για να παραδώσει το έγγραφο που χρειάζεται για να προχωρήσει η διαδικασία της αποπληρωμής της β δόσης. Τα λεφτά θα τα πάρετε δεν ξέρουμε πότε, κάντε υπομονή. Προσωπικά εκτιμώμενη ρεαλιστική προοπτική μερικής πληρωμής: τέλη Αυγούστου.

Δεν πιστεύω (προφανώς) στους θεσμούς, δεν ελπίζω (δυστυχώς) στους συνδικαλισμούς. Το μόνο που ελπίζω πλέον είναι από μοναχικός κοινωνικός εργάτης της μητρόπολης να μετατραπώ το βράδυ σε λυκάνθρωπο. Θα έχω πολλά (μικρο)αφεντικά για να κατασπαράξω.

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το Workfare στη ζωή μου

(ή 56 μέρες «κοινωφελούς εργασίας» στον πολιτισμό)


Οι μεν ιθαγενείς λειτουργούν τελικά μόνο με τον βούρδουλα, έχουν αυτή την αξιοπρέπεια, ενώ οι Λευκοί, τελειοποιημένοι χάρη στη δημόσια εκπαίδευση, δουλεύουν από μόνοι τους. Ο βούρδουλας κουράζει στο τέλος αυτόν που τον χειρίζεται, ενώ η ελπίδα δύναμης και πλούτου με την οποία μπουκώνονται οι Λευκοί δεν στοιχίζει τίποτα, τίποτα απολύτως.
 Λουί Φερντινάν Σελίν/Ταξίδι στην άκρη της νύχτας



Όταν έκανα αίτηση για τα «κοινωφελή προγράμματα στον πολιτισμό» τον Αύγουστο του 2013 είχα συμπληρώσει 2 μήνες ανεργίας μετά από ένα 8μηνο εργασίας για 490 ευρώ στα ΕΛΤΑ, και δικαιούμουνα το τριμηνίαιο επίδομα του ΟΑΕΔ (200κάτι ευρώ). Ταυτόχρονα δούλευα, περιστασιακά αλλά συνεχόμενα, ως «ιδιώτης συνεργάτης» της ΕΛ.ΣΤΑΤ.[1], βγάζοντας από αυτό ετήσια περίπου 2.500 ευρώ (200 ευρώ, αν δίνονταν κάθε μήνα). Επίσης, το διάστημα των διακοπών αντικαθιστούσα έναν φίλο γραφίστα στις άδειες που έπαιρνε από την οικονομική εφημερίδα που εργάζεται, με απόδειξη δαπανών (40 ευρώ μεροκάματο με παρακράτηση φόρου). Τα σταθερά έξοδα της κατοικίας μου κυμαίνονται στα 150-200 ευρώ το μήνα, χωρίς να πληρώνω ενοίκιο (μένω σε ένα δυάρι αγορασμένο από το εφάπαξ της σύνταξης του πατέρα μου). Χωρίς λοιπόν να έχω πληρώσει ακόμα το χαράτσι και χωρίς να πληρώνω σχεδόν ποτέ τους λογαριασμούς στην ώρα τους, τα κατάφερνα εκείνη την περίοδο να επιβιώνω ως άνεργος, «στριμόκωλα» μεν, αλλά όχι μίζερα (π.χ. έκανα και 4 εβδομάδες φθηνές διακοπές ελεύθερης κατασκήνωσης σπαστές σε 3 δόσεις).

Τα καθημερινά μου έξοδα έχουν κυρίως να κάνουν με έξοδα μηχανής, τσιγάρα και μπύρες, σπάνια θα φάω έξω, κάτι βέβαια που συνεπάγεται και αρκετές ώρες την εβδομάδα οικιακής εργασίας (συν σεβαστό μέρος του χρόνου μου αφιερωμένο σε 3 εβδομαδιαίες αυτοοργανωμένες συνελεύσεις). Ζώντας υπό αυτές τις συνθήκες, αν και μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος θεωρούμε άνεργος, κάθε μέρα νοιώθω ότι έχω πάρα πολλά να κάνω. Δεν παραπονιέμαι ακριβώς, γιατί η «πολυδραστηριοποιήση» είναι κάτι που αν μη τι άλλο το έχω επιλέξει και άρα μου προσφέρει σίγουρα ικανοποίηση, απλώς αρκετές φορές γκρινιάζω στους φίλους μου ότι τρέχω συνεχώς σε «σκατοδουλειές» για ψίχουλα, ότι δεν προλαβαίνω να βρω ελεύθερο χρόνο για να «αράξω» («καλά ρε κωλόχιππα δεν σου έφτασε ένας μήνας διακοπές;») και δυσκολεύομαι πάρα πολύ να απαντήσω στα «απλά» ερωτήματα (που θέτω σε άλλους στις έρευνες της ΕΛ.ΣΤΑΤ.!) «τι δουλειά κάνεις;», «είσαι εργαζόμενος ή άνεργος;».

Η σχέση μου με τα «κοινωφελή προγράμματα του ΟΑΕΔ» ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα το καλοκαίρι του 2012, όταν με ένα χρόνο κάρτα ανεργίας έκανα ταυτόχρονα αίτηση και πέρασα για να δουλέψω ως 5μηνος (για 625 «τον μήνα») στο ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και ως 8μηνος (για 490) στα ΕΛ.ΤΑ. Επέλεξα το δεύτερο γιατί ήμουνα υποψιασμένος για το τι συνεπάγεται το «κατά παρέκκλιση των νόμιμων συλλογικών συμβάσεων» που θα υπέγραφα με… τη ΓΣΕΕ. Δεν έκανα λάθος. Τα λεφτά όταν εργάζεσαι με συλλογική σύμβαση (μια σπάνια εμπειρία στα 29 μου χρόνια) είναι πάντα πολύ παραπάνω γιατί μπαίνουν τουλάχιστον δώρα Χριστουγέννων/Πάσχα και επιδόματα αδείας και γενικώς έχεις κάποια δικαιώματα που εγώ στα ΕΛ.ΤΑ. τα εκμεταλλεύθηκα στο έπακρο (π.χ. «αρρώστησα» 2 μέρες προς το τέλος του 8μήνου χωρίς να χάσω το μεροκάματο). Οπότε και παραπάνω λεφτά έβγαλα και σπατάλησα λιγότερο χρόνο δουλειάς απ’ ότι αρχικά υπολόγιζα[2]. Παρ’ όλα αυτά επέλεξα να συμμετάσχω το 2012-13 στη συνέλευση που δημιουργήθηκε από ανέργους/εργαζόμενους στην κοινωφελή εργασία (συνεκοχ για συντομία), έχοντας την εκτίμηση ότι πρόκειται για ένα μοντέλο εργασίας που θα μου «χτυπούσε την πόρτα».

Δυστυχώς, έπεσα και σ’ αυτό μέσα και τον δεκαπενταύγουστο του ’13 συμπλήρωσα μια προκήρυξη για «μέχρι 7μηνες εργασία στα κοινωφελή του πολιτισμού» ως εργάτης γενικών καθηκόντων. Το μηνιάτικο θα ήταν 625 ευρώ και θα μας το έδινε μια (ας την λέμε) «ΜΚΟ» που θα μας νοίκιαζε σε ένα (ας το πούμε) «Μουσείο», αμφότεροι με σκοπό την προώθηση του (ας τον πούμε) «ελληνικολαϊκού πολιτισμού». Τον Σεπτέμβριο έμαθα με πολύ χαρά ότι ήμουνα στους 16 επιτυχόντες και την πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη, καθώς χάζευα στους δρόμους της Σαλόνικα (είχαμε ανέβει με τη Σ.ΚΥ.Α. σε εκδήλωση-παρουσίαση στην κατάληψη ΥΦΑΝΕΤ της μπροσούρας «workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα»[3]) το διπλανό σύνθημα (βλ. φώτο) σκάει τηλέφωνο στο κινητό να παρουσιαστώ στα γραφεία της ΜΚΟ να υπογράψω για να ξεκινήσω να δουλεύω από Δευτέρα. Ξεκινάω λοιπόν την «καριέρα» μου με «άρνηση εργασίας», λέγοντας τους ότι λείπω σε διήμερο ταξίδι και μπορώ να υπογράψω Δευτέρα για να ξεκινήσω Τρίτη.

Ούτε την Δευτέρα υπογράφω, αλλά μου λένε ότι έχουν έτοιμη την αναγγελία πρόσληψης μου στον ΟΑΕΔ, ενώ με ενημερώνουν «για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις» ότι το διάστημα εργασίας μου θα είναι μέχρι 31 Δεκέμβρη, 3 παρά κάτι μήνες δηλαδή αντί για 7, και ότι θα πληρώνομαι 25 ευρώ την ημέρα και όχι μηνιαίο μισθό. Εγώ «παγώνω» από την ποσότητα των αρνητικών πληροφοριών, απέναντι στις οποίες πρέπει να απαντήσω άμεσα με ένα τηλεφωνικό ναι ή όχι, υπεραμύνομαι ότι έκανα αίτηση για 7μηνο, αυτοί απαντάνε ότι το πρόγραμμα αναγκαστικά λήγει το 2013, αλλά θα κοιτάξουν αν γίνεται να παραταθεί. Τελικά, δίνω το τηλεφωνικό οκ με το οποίο ο ΟΑΕΔ με διαγράφει από άνεργο.

Το επόμενο πρωί πάω στο «Μουσείο», όπου η πρώτη μου εικόνα είναι ένα ψήφισμα διαμαρτυρίας με υπογραφή «συμβασιούχοι στα κοινωφελή του πολιτισμού» που καταγγέλλουν ότι δουλεύουν πάνω από 4 μήνες απλήρωτοι. Ο υπεύθυνος του «Μουσείο», στον οποίο μ’ έχουν παραπέμψει, αφού μου λέει ότι γίνεται ένα μπάχαλο μ’ εμάς γιατί δεν τους έχει σταλεί καν η λίστα των επιτυχόντων από την «ΜΚΟ», με ρωτάει τι προϋπηρεσία έχω. Του απαριθμώ την προϋπηρεσία μου σε delivery, τηλεφωνικά κέντρα, στατιστικές έρευνες, γραφιστική και δημοσιογραφία κι ενδιαφέρεται μόνο για τα τελευταία, τα οποία τα έχω σπουδάσει αν μη τι άλλο. Μου λέει ότι έχουν ανάγκη από κόσμο να συντάξει μια δημοσιογραφική παρουσίαση του έργου του νέου κτιρίου στο οποίο θα μεταστεγαστεί το «Μουσείο» τα επόμενα χρόνια, οπότε θα μου αναθέσουν μαζί με μάλλον έναν «ωφελούμενο» αυτό το έργο. Εγώ τονίζω ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στο να ξεκινήσω να δουλεύω γιατί δεν έχω υπογράψει σύμβαση. Συμφωνεί ότι μπορώ να φύγω αφού δεν έχει λυθεί αυτή η εκκρεμότητα και μου εγγυάται ότι θα πληρωθώ τα συγκεκριμένα ημερομίσθια. Πάω οπότε προς τα γραφεία της ΜΚΟ, όπου βρίσκονται σε ένα κτίριο χωρίς κουδούνια και που απ’ έξω περιμένουν κάποιοι άλλοι «ωφελούμενοι», από πρόγραμμα voucher όμως, που επίσης τους έψαχναν αφού η «ΜΚΟ» τους χρωστούσε λεφτά (δεν τους ξανάδα). Φεύγω, αφού η «ΜΚΟ» είναι άφαντη και τσακώνομαι μαζί τους τηλεφωνικά το απόγευμα για το θέμα του «στησίματος» και της μη υπογραφής σύμβασης.

Είμαι ακόμα προβληματισμένος για το αν αξίζει να ταλαιπωρηθώ με αυτήν την τρίμηνη ιστορία ή να κάνω αίτηση για ΕΛ.ΤΑ. ή κάποιο καινούριο 5μηνο πρόγραμμα των 490. Ψάχνω στο ίντερνετ πληροφορίες για την «ΜΚΟ» και φρικάρω ακόμα περισσότερο γιατί βρίσκω καταγγελίες ότι είναι «λαμόγια» και εξαπατούν εργαζόμενους. Αν και οι περισσότερες συμβουλές μου λένε να μην μπλέξω γιατί μυρίζει «πιστόλα», σκέφτομαι ψύχραιμα ότι με τους λίγους μήνες κάρτας ανεργίας που έχω δεν θα περάσω πουθενά αλλού με 28% ανεργία, άσε που σε μερικές μέρες κλείνω τα 30 και δεν θα ανήκω στην «πιο ωφελούμενη» σε μόρια κατηγορία των «νέων άνεργων μέχρι 29». Αποφασίζω, τελικά, να υπογράψω με την σκέψη ότι οι υπογραφές του ΑΣΕΠ και του ΕΣΠΑ μου διασφαλίζουν ότι κάποια στιγμή θα πληρωθώ. Όλη η παραπάνω διερώτηση «να αποδεχτώ την θέση ή όχι» κατάλαβα πόση σημασία έχει δυο μήνες αργότερα, όταν ο ΟΑΕΔ αποφάσισε να εξαφανίσει τέτοιου είδους διλήμματα, βγάζοντας εγκύκλιο ότι όποιος αρνείται θέση εργασίας στα κοινωφελή διαγράφεται αυτόματα από το μητρώο ανέργων του.

Καταφέρνω την επομένη να συναντηθώ με εκπρόσωπο της «ΜΚΟ» για να υπογράψω τη σύμβαση. Έχω πάει μαζί με μια φίλη δικηγόρο, που μου προσφέρει μια μικρή ψυχολογική ασφάλεια σε σχέση με αυτά που ετοιμάζομαι να υπογράψω. Η σύμβαση, πέρα από τα γνωστά «κατά παρέκκλιση των συλλογικών συμβάσεων», έχει και κάμποσα άλλα πρωτοποριακά σημεία: Με υπογραμμισμένα και bold αναφέρει ότι δεν θα πληρωθούμε μηνιαία αμοιβή, αλλά δεδουλευμένα ημερομίσθια, ότι δεν θα έχουμε καμιά οικονομική απαίτηση από την «ΜΚΟ», όσο δεν θα της έχουν καταβληθεί τα χρήματα από το ΕΣΠΑ, και ότι δεν μπορούμε να δημοσιοποιήσουμε σε ΜΜΕ πληροφορίες σε σχέση με αυτήν τη σύμβαση. Πουθενά, επίσης, δεν αναφέρει ωράριο εργασίας. Κάνω στο μυαλό μου την μετάφραση: πάνε να μας πληρώσουν λιγότερα από 625, μας απαγορεύουν να γκρινιάζουμε για τις καθυστερήσεις πληρωμών, μας απαγορεύουν να δημοσιοποιήσουμε καταγγελίες για δεδουλευμένα, θα έχουμε θέμα με το ωράριο και οπότε τον αριθμό των ένσημων που δικαιούμαστε. Υπογράφω ελπίζοντας ότι όλα αυτά θα τα αντιπαλέψω καλύτερα με τους καινούργιους συναδέλφους μου.

Έλα όμως που θα πάρει καιρό να μάθω πόσοι θα είμαστε τελικά αυτοί. Αρκετοί επιτυχόντες αρνήθηκαν τελικά την θέση (όπως παρά λίγο να κάνω κι εγώ) και η «ΜΚΟ» μέχρι και τη λήξη της εργασίας μας όχι μόνο δεν ασχολιότανε με την πληρωμή μας, αλλά ασχολιότανε «με το πάσο της» να βρει κόσμο για ολιγοήμερη απασχόληση. Γενικά, όλες οι ΜΚΟ στην πρώτη φάση των κοινωφελών προγραμμάτων (2012-2013) λειτουργούσαν με την εξής τακτική: Παίρνουμε όσους παραπάνω «ωφελούμενους» μπορούμε γιατί μας αναλογεί 5% κονδύλι σε έκαστο για «λειτουργικά έξοδα». Τα «λειτουργικά έξοδα» σε καμιά περίπτωση δεν ξοδεύονται στην γραφειοκρατική δουλειά που απαιτείται για να πληρωθούμε έγκαιρα, αλλά προφανώς αποτελούν την «ωφέλεια» που καρπώνεται η κάθε ΜΚΟ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση απλώς είχαμε και έναν καινούριο παράγοντα, ότι ελαστικοποιήθηκε το διάστημα της προβλεπόμενης εργασίας, το «μέχρι 7 μήνες» δηλαδή εφαρμόστηκε ως ακόμα πιο μικρής χρονικής διάρκειας εργασίας από το 7μηνο και το 5μηνο –κάποιοι δουλέψαμε δυόμισι μήνες, άλλες 1-2 μήνες, οι τελευταίοι από τους 15 «επιτυχόντες» ήρθαν 3 εβδομάδες πριν απολυθούμε όλοι.

Εγώ βέβαια, λόγω της συμμετοχής μου στη συνεκοχ, ασχολιέμαι από την πρώτη στιγμή με τα ζητήματα που προκύπτουν. Μαθαίνω ότι την πληρωμή βάση ημερομισθίου δοκίμασαν να την εφαρμόσουν κι άλλες ΜΚΟ. Μια συναδέλφισσα από άλλη ΜΚΟ σε άλλο μουσείο, ενημέρωσε την συνεκοχ ότι μετά από 4 μήνες τους πλήρωσαν την πρώτη δόση χωρίς να τους υπολογίζουν την αργία του δεκαπενταύγουστου. Αυτή το έτρεξε, απευθυνόμενη στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο έλαβε απάντηση από την γραμματεία ελέγχου των κονδυλίων του ΕΣΠΑ ότι η πληρωμή στους «ωφελούμενους» γίνεται βάση του εργατικού δικαίου που ισχύει στην ασφάλιση στο ΙΚΑ, όπου για 40ώρη εβδομαδιαία εργασία αναλογούν 6 ένσημα (με το 5ημερο θεωρείται ότι καλύπτεται και το Σάββατο), οι αργίες υπολογίζονται επίσης στην πληρωμή και για κάθε μήνα πλήρους εργασίας αναλογούν 25 ένσημα. Με τη δικιά μας «ΜΚΟ» βέβαια, είχαμε μια πιο περίπλοκη κατάσταση. Η σύμβασή μας δεν ανέφερε ωράριο, ενώ η αναγγελία πρόσληψης του καθενός στον ΟΑΕΔ έλεγε διαφορετικές ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Εμένα έλεγε 56, της άλλης έλεγε 32, του άλλου 40, οπότε αρχίσαμε τα τηλέφωνα στη «ΜΚΟ» και στο Υπουργείο Πολιτισμού, ζητώντας διευκρινίσεις. Με αυτόν τον τρόπο, πετύχαμε την πρώτη «συνδικαλιστική νίκη», όπου συναντηθήκαμε για πρώτη και τελευταία φορά όλοι οι «ωφελούμενοι» μαζί με την «ΜΚΟ» με την οποία (μετά από κάποιες αστείες δικαιολογίες για το «λάθος») υπογράψαμε προσθήκη στη σύμβαση ότι εργαζόμαστε 5ημερο, 8ωρο που στάλθηκε και στον ΟΑΕΔ.

Εκτιμώ ότι το «μπάχαλο» με τα ωράρια, οι προσπάθειες των ΜΚΟ για πληρωμή με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων και η, τελικά, φιλεργατική απόφαση του ΕΣΠΑ συνδέονται με τον εξής τρόπο: Το κονδύλι είναι συγκεκριμένο, ό,τι τυχόν περισσέψει επιστρέφεται στην Ε.Ε., και οι ΜΚΟ πέρα από το 5% δεν έπαιρναν κάτι παραπάνω. Αυτές προσπάθησαν μέσω των ημερομισθίων να παίρνουν ένα κονδύλι που αντιστοιχεί σε μηνιαία πληρωμή και να πληρώνουν με ημερομίσθια, «τρώγοντας» το υπόλοιπο. Αλλά τους έβαλε χέρι η αυθόρμητη συνδικαλιστική αντίδραση ημών των «ωφελουμένων» και η διαχείριση του ΕΣΠΑ –που, προφανώς, ως χρηματοδότης αντέδρασε στη «λαμογιά». Αυτή η ρύθμιση, την οποία αποδέχτηκε κι ο ΟΑΕΔ στα καινούρια 5μηνα, αποτελεί εν μέρει αναγνώριση ότι η κοινωφελής εργασία υπόκειται στις ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, όπως διεκδικούμε να συμβαίνει και με άδειες, αναρρωτικές, επιδόματα, αποζημιώσεις σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κτλ.

Με τους καινούριους συναδέλφους με συνδέει μια κοινή ανησυχία για το ποιόν της ΜΚΟ, για το «αν θα πληρωθούμε» και για «λαμογιές» σαν αυτή με το ωράριό μας. Διαχωριζόμαστε, όμως, όσον αφορά την αντίληψη μας για την «κοινωφελή εργασία» συνολικά. Χωρίς να συμφωνούν με την έλλειψη εργασιακών δικαιωμάτων και την καθυστέρηση πληρωμών, οι περισσότερες το βλέπουν πράγματι ως μια ευκαιρία για να αποκτήσουν προϋπηρεσία και να διεκδικήσουν με καλύτερους όρους το εργασιακό τους μέλλον μετά το πτυχίο, είτε εμπλουτίζοντας το βιογραφικό, είτε αποκτώντας «γνωριμίες». Το «Μουσείο» εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αυτή την αντίληψη, πουλώντας είτε το «παραμύθι» πως προσπαθούν να μας κρατήσουμε παραπάνω, είτε υπερτονίζοντας την αξία της συστατικής επιστολής.

Από την άλλη, εγώ θεωρώ ότι εκμεταλλευόταν την «τζάμπα» εργασία μας σε τομείς που δεν επαρκούσε το μόνιμο ή με συμβάσεις ορισμένου χρόνου προσωπικό. Η σχέση, ας πούμε, του ελληνικού δημόσιου με την πληροφορική, το διαδίκτυο και τα social media μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση του Κασιδιάρη με την κλασσική μουσική. Άπειροι τόνοι χαρτούρας στοιβάζονται σε ράφια περιμένοντας να αποκτήσουν ψηφιακή μορφή για να εισέλθουν στον 21ο αιώνα. Οι περισσότερες «ωφελούμενες» ασχολήθηκαν λοιπόν, με εργασίες σχετικές με αρχεία, δυο ασχοληθήκαμε με δημοσιογραφία/διαδίκτυο, ένας με τα ηλεκτροτεχνικά και δυο με τον καθαρισμό του κτιρίου. Από άλλη ΜΚΟ είχαν ενοικιαστεί 7μηνοι «ωφελούμενοι» ως φύλακες και για τον καθαρισμό (με τους οποίους λίγες σχέσεις αποκτήσαμε). Η φύλαξη κι ο καθαρισμός προφανώς, εμπίπτουν στις πάγιες και διαρκείς ανάγκες που το πρόγραμμα υποτίθεται ότι δεν κάλυπτε. Αλλά και ανεξαρτήτως της θέσης μας, όλοι μας καλεστήκαμε να σηκώνουμε τηλέφωνα, να βγάζουμε φωτοτυπίες, να μεταφέρουμε έγγραφα κτλ., αφού το «μόνιμο» προσωπικό συρρικνώνεται (είδαμε π.χ. να απολύονται δυο 8μηνοι συμβασιούχοι που δούλευαν χρόνια μέσω δικαστικών αποφάσεων που σταμάτησαν να βγαίνουν θετικές).

Γενικά, το «Μουσείο» από την μια εκμεταλλευόταν την καχυποψία μας απέναντι στη ΜΚΟ που (δεν) μας πλήρωνε, από την άλλη μας συμπεριφερόταν σαν «τα καημένα παιδιά που τους δίνουμε μια ευκαιρία για το μέλλον». Μπορεί να φταίει τ’ ότι έκλεισα τα 30 ή μάλλον τ’ ότι έχω δουλέψει άπειρες φορές ως «παιδί», «φοιτητής» ή «δόκιμος», πάντως γεγονός είναι ότι μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι μ’ αυτή την «γλυκιά υποτίμηση» και, πολύ περισσότερο, όταν την έβλεπα να ενσωματώνεται από τους συναδέλφους. Βασικά, ήμουνα σχεδόν ο μόνος που δεν έμενε με τους γονείς κι οπότε το ζήτημα της μηνιαίας πληρωμής μου έμπαινε με έναν επιτακτικό τρόπο που δεν έμπαινε στους υπόλοιπους. Μετά από ενάμιση μήνα «ωφέλειας» π.χ. κλάταρε η μηχανή και ζητούσε σέρβις κάμποσων εκατοντάδων ευρώ που όλο αναβαλλόταν, ταυτόχρονα μου προέκυψαν έκτακτα ιατρικά έξοδα και η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συνέχιζε να μου φορτώνει εργασία ενώ βριζόμουν μαζί της γιατί μου χρωστούσε γύρω στα 1.000 ευρώ δεδουλευμένα. Γλίτωσα την γενική κατάρρευση με λίγα δανεικά, οικονομική βοήθεια 250 ευρώ από τα 900 ευρώ της σύνταξης του πατέρα (συνοδευόμενα από την ντροπή του «το ξέρεις ότι δεν μας περισσεύουν κι όλα εσένα πληρώνουμε») και τελικά την σωτήρια αποπληρωμή των δεδουλευμένων από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Για να μην τα πολυλογώ, αν και έκανα κάποιες προσπάθειες να μην είμαι τελείως «μουντρούχος», υπήρχε λόγω των παραπάνω μια αποστασιοποίηση από την «απολίτικη χαλαρότητα» των συναδέλφων, αν και είχαμε ως κοινά σημεία την εκτίμηση που έτρεφαν για τις συνδικαλιστικές μου γνώσεις και την συναδελφική στήριξη στα καθημερινά που είχαν να κάνουν με τα εργασιακά μας καθήκοντα και το χτύπημα της κάρτας. Ένα κοινό πρόβλημα όλων των «κοινωφελών» είναι να κατακτήσουμε μια έστω ολιγόμηνη σταθερή θέση (υπολογιστή, καθήκοντα) στον χώρο εργασίας μας, χωρίς αν γίνεται να οξύνουμε τους ανταγωνισμούς με τους μόνιμους ή και μεταξύ μας. Εγώ κατάφερα να κάνω λειτουργικούς δυο «παλαιολιθικούς» υπολογιστές και να κατοχυρώσω μια θέση εργασίας την οποία την μοιραζόμουνα εναλλάξ με συναδέλφους, ενώ ταυτόχρονα τελειοποίησα την τέχνη του «παρουσιάζουμε εργασιακά αποτελέσματα σε αυτό που μας ζητείται με τον λιγότερο δυνατό χρόνο εργασίας» (θεωρώ ότι έψαχνα στο ίντερνετ φύκια και τα παρουσίαζα ως μεταξωτές κορδέλες, οι προϊστάμενοι όμως έδειχναν ικανοποιημένοι).

Συνεπώς, εγώ έβρισκα λύσεις στα εργασιακά ζητήματα, προσποιούμενος ότι δούλευα, και όταν οι συνάδελφοι με αντικαθιστούσαν με άφηναν να ξεκλέβω χρόνο από το 8ωρο για τις υπόλοιπες ασχολίες μου. Σίγουρα, το να τηρήσω αυστηρά το 8ώρο υπό τέτοιες συνθήκες μου φαινόταν κάποιο είδους κακόγουστη τιμωρία (όντας τις περισσότερες ώρες χωρίς PC, πραγματικά δεν είχα κάτι να κάνω), αλλά μην φανταστείτε μόνο «λούφα», το σύνηθες ήταν να κλέβω χρόνο από τη μια δουλεία για να ασχοληθώ με την δεύτερη δουλειά της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Το «Μουσείο» θεωρούσε ότι με το χτύπημα της κάρτας θα διασφαλιζόταν η πειθάρχηση τόσο των υπό την απειλή της διαθεσιμότητας «μόνιμων», όσο και ημών των «προσωρινών», και μας απειλούσε ότι θα αφαιρείται ο μισθός μας σε περίπτωση που δεν συμπληρώνουμε ωράριο. Τέτοιες απειλές αποδείχτηκαν τρίχες κατσαρές. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ΟΑΕΔ, που ξέρει επίσης τι συμβαίνει, έχει βάλει στα καινούρια 5μηνα και στα Voucher ρουφιάνους να ελέγχουν αν βρίσκονται στο χώρο εργασίας τους οι «ωφελούμενοι».

Όσον αφορά τη (μη) μηνιαία πληρωμή μας μάθαμε μέσα από τηλεφωνήματα και ψάξιμο στα ΦΕΚ τα εξής: Η πληρωμή γίνεται σε 3 δόσεις (40%, 50% και 10%), αφού προηγηθούν 3 στάδια. Ένα: η «ΜΚΟ» μετά από ένα μήνα εργασίας όσων προσληφθήκαμε πρώτοι στέλνει βεβαίωση έναρξης της διαδικασίας στο Υπουργείο. Δύο: το «Μουσείο» στέλνει τα παρουσιολόγια μας στη «ΜΚΟ». Τρία: η υπουργός εγκρίνει με μια τζίφρα την πληρωμή μας. Όπως προείπα, η «ΜΚΟ» 2 μήνες μετά την πρόσληψη μας και λίγες εβδομάδες πριν την απόλυσή μας ασχολιόταν ακόμα με τις προσλήψεις «ωφελούμενων» και δεν είχε καν ασχοληθεί με το πρώτο στάδιο. Εγώ στον ενάμιση μήνα ξεκίνησα τα τηλέφωνα στη «ΜΚΟ», ρωτώντας τι γίνεται με την διαδικασία αυτή και γιατί έχει καθυστερήσει από την στιγμή που έχουμε κλείσει το 40% του προβλεπόμενου εργάσιμου χρόνου. Οι εκπρόσωποι της «ΜΚΟ» έριχναν το «μπαλάκι» στο «Μουσείο», στο Υπουργείο και γενικά στο «μνημονιακό ανθελληνικό σύστημα», ενώ όταν επέμενα με βάση τα ΦΕΚ και τα νομικά (του μνημονίου!) μου έλεγαν πάνω-κάτω «να κόψω τους συνδικαλισμούς» και ότι «κάποιοι με υποκινούνε». Το «Μουσείο» συμφωνούσε ότι φταίει η «ΜΚΟ» για όλα, οπότε στραφήκαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού, που δεν ήταν μεν εργοδότης μας, αλλά η διαχειριστική αρχή της εύρυθμης (εδώ γελάμε) λειτουργίας του προγράμματος.

Στα μέσα Δεκέμβρη πέτυχα να βρεθούμε οι περισσότεροι «ωφελούμενοι» σε μια αίθουσα του «Μουσείου» και να συμφωνήσουμε σ’ ένα κείμενο καταγγελίας με το οποίο θα πηγαίναμε στο Υπουργείο εν ώρα εργασίας, λέγοντας ότι αν δεν μας έδιναν κάποια απάντηση πάνω στο ζήτημα της πληρωμής μας θα προχωρούσαμε στη δημοσιοποίησή του. Οι περισσότεροι συνάδελφοι έβαλαν θέμα το κείμενο να μην εκθέτει το «Μουσείο» που «δεν φταίει σε τίποτα». Τελικά, φύγαμε από την δουλειά και πήγαμε στο παράρτημα του Υπουργείου, όπου ο υπεύθυνος μας εξήγησε ότι «για όλα φταίνε οι ΜΚΟ», αλλά το μόνο που μπορούνε να κάνουνε είναι είτε να την τιμωρήσουν διακόπτοντας το πρόγραμμα και να μην πληρωθούμε καθόλου, είτε να την αξιολογήσουν άσχημα για να μην ξαναπάρει τέτοιου είδους προγράμματα, πράγμα που έτσι κι αλλιώς θα γινόταν γιατί το κράτος ήδη είχε πετάξει όλες τις ΜΚΟ εκτός των καινούριων κοινωφελών λόγω του «μπάχαλου» που προξένησαν.

Οι περισσότερες συναδέλφισσες βολεύτηκαν με τις εγγυήσεις του Υπουργείου, ότι τελικά τα λεφτά θα τα πάρουμε, «μπορεί Γενάρη, μπορεί Φλεβάρη, δυστυχώς ίσως και Μάρτη». Μόνο εγώ θεωρούσα αδιανόητο να αποδέχεσαι ως εργαζόμενος να δουλεύεις χωρίς μηνιαίο μισθό και προχώρησα στη δημοσιόποίηση μέσω της συνεκοχ του κειμένου διαμαρτυρίας μας. Με το που το διάβασαν κάποιοι προϊστάμενοι επικράτησε πανικός, ότι εκτίθεται το «Μουσείο», και οι περισσότερες συναδέλφισσες μου μετέφεραν τον ίδιο πανικό, επιτακτικά να κατέβει με τα εξής επιχειρήματα: «Χαλάει η εικόνα του “Μουσείου” που δεν μας φταίει και θέλουμε να δουλέψουμε μετά την λήξη του προγράμματος», «με αυτόν τον τρόπο τους νευριάζουμε και έτσι θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο την πληρωμή μας», «καταλαβαίνουμε ότι εσύ δεν ζεις με τους γονείς, αλλά όλοι μας ξέραμε τι υπογράφαμε και το επιλέξαμε», «εμάς μας νοιάζει να πληρωθούμε κάποια στιγμή, όχι να αλλάξουμε την Ελλάδα» (το τελευταίο το είχα πάρει ως απάντηση κι όταν πρότεινα να ’πούμε σε «ωφελούμενους» από άλλες ΜΚΟ να πάμε όλοι μαζί στο Υπουργείο).

Εγώ συμφωνούσα μόνο στ’ ότι η δημοσιοποίηση θα τους νευριάσει, αλλά θεωρώντας ότι θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης να πληρώσουν πιο γρήγορα. Για αυτό το λόγο λίγο πιο πριν είχα μιλήσει μια τελευταία φορά με υπεύθυνη της «ΜΚΟ», ενημερώνοντας την ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθούμε τώρα που τελειώνουμε το πρόγραμμα θα δημοσιοποιήσουμε τις καταγγελίες μας. Η απειλή της δημοσιοποίησης φρίκαρε επίσης την υπεύθυνη της «ΜΚΟ» που μου άφησε να υπονοηθεί ότι η κλήση μου καταγράφεται και άρα «να προσέχω τι λέω», γιατί «μάλλον δεν έχω διαβάσει καλά τη σύμβαση», παραπέμποντας με σαφώς στο άρθρο περί μη δημοσιοποίησης πληροφοριών στα ΜΜΕ. Η «τηλεφωνική τρομοκρατία» που δέχτηκα δεν έστεκε πουθενά νομικά, όπως κι ο συγκεκριμένος όρος άλλωστε, απλώς επιβεβαίωνε απόλυτα το πόσο φοβούνται όλα αυτά τα «ευαγή» ιδρύματα να συνδέεται το όνομα τους με καταγγελίες για εργασιακή εκμετάλλευση. Εγώ προφανώς (δηλαδή για λόγους αξιοπρέπειας) και δεν αποδέχτηκα το «σκάσε και δούλευε», αλλά απογοητεύτηκα από τη στάση των συναδελφισσών, που αντί να μου συμπαρασταθούν απέναντι στην επίθεση, με «μάζεψαν» ακόμα περισσότερο, σκύβοντας το κεφάλι στην «ομερτά» των αφεντικών.

Με αυτή την «ωραία ατμόσφαιρα», έφτασαν τα Χριστούγεννα, οι διευθυντές και οι μόνιμοι άρχισαν να παίρνουν τις άδειές τους και άρα το «Μουσείο» λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά από εμάς τους απλήρωτους «ωφελούμενους». Τις τελευταίες μέρες του χρόνου, η «λούφα», όπως είναι λογικό, έπιασε κόκκινο και ουσιαστικά οι περισσότεροι πήραμε τις μια-δυο μέρες άδεια που δεν δικαιούμασταν από μόνοι μας («εργατικώ δικαίω»), μέσω του συναδελφικού χτυπήματος καρτών[4]. Τον Γενάρη που ξαναγίναμε άνεργοι αρχίσαμε τα τρεξίματα με τον ΟΑΕΔ και για το πώς θα παίρναμε το τριμηνιαίο επίδομα χωρίς να έχουν μπει τα ένσημα από την δουλειά που ολοκληρώσαμε.

Η συνεκοχ έβγαλε κείμενο και αφίσα καταγγελίας γενικά για την απλήρωτη/ανασφάλιστη εργασία στα κοινωφελή πολιτισμού και ειδικότερα για τον συγκεκριμένο «όρκο σιωπής» στη σύμβαση. Για τις καταγγελίες αυτές ενδιαφέρθηκαν κάποιοι λίγοι δημοσιογράφοι αριστερών εφημερίδων και ραδιοσταθμών και έτσι εγώ και άλλη μια συνάδελφος δώσαμε και τις «απαγορευμένες» συνεντεύξεις. Αυτές τις συνεντεύξεις τις διάβασαν κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι κατέθεσαν επερώτηση στη Βουλή για το αν αποδέχεται το Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεις με «όρκους σιωπής» και για το πότε θα πληρωθούμε. Είχαμε μπει ήδη στα μέσα Φλεβάρη. Αμέσως μετά την επερώτηση, καλεστήκαμε από το «Μουσείο» να υπογράψουμε τα παρουσιολόγια, το δεύτερο από τα τρία στάδια που απαιτούνται προκειμένου να πληρωθούμε. Εκεί έδωσα μια τελευταία (ελπίζω) «κόντρα», αντιδρώντας στις ειρωνείες υπευθύνου του «Μουσείου» για τη «συνέντευξη κάποιων ανεγκέφαλων», ενώ ταυτόχρονα διεκδίκησα 2 ημερομίσθια που μου είχαν αφαιρεθεί επειδή δεν χτυπούσα κάρτα στις αρχές Οκτώβρη, όταν εργαζόμουν χωρίς υπογραφή σύμβασης (ο μόνιμος συνάδελφος που μου είχε πει ότι θα με καλύψει, τελικά κράτησε την υπόσχεσή του). Τέλος, δηλώσαμε σε όλους τους αρμόδιους φορείς ότι δεν θα ανεχτούμε να γίνει καμιά παρατυπία με αργίες και λιγότερα από 6 ημερομίσθια την εβδομάδα.

Το κείμενο αυτό γράφεται 10 Μάρτη και εμείς ακόμα δεν έχουμε πάρει φράγκο. Στα καινούρια 5μηνα κοινωφελή προγράμματα των 490 ευρώ, πετάχτηκαν έξω οι ΜΚΟ και οι περισσότερες πληρωμές γίνονται μηνιαία. Τα συμπεράσματα από τις νίκες και τις ήττες και από τις μάχες που (δεν) δώσαμε η πρώτη φουρνιά «ωφελούμενων» αποτελούν αντικείμενο συλλογικής επεξεργασίας μιας εργατικής έρευνας που διενεργεί η ΣΚΥΑ, στα πλαίσια της οποίας κατατίθεται και αυτή η μακροσκελής κατάθεση εμπειρίας. Εγώ βρήκα κατευθείαν μια καινούρια ελαστική «σκατοδουλειά» των 200 μάυρων ευρώ και με ένα περίπλοκο τρόπο συνεχίζω να «την βγάζω» (χρωστάω γύρω στα 500 ευρώ σε λογαριασμούς), πεθυμώντας εκείνες τις εποχές που (οι «παλιότεροι» λένε) είχες χρόνο «αράγματος» και δεν χρειαζόταν να δουλεύεις ως άνεργος για να πάρεις επίδομα.
Πολυεργαλείο
Μάρτιος 2014

ΥΓ. Πληρωθήκαμε τελικά μόνο την πρώτη από τις τρεις δόσεις στις 24 Απρίλη, μετά από 6μιση μήνες από την πρόσληψη μας και σχεδόν 4 μήνες μετά την απόλυση μας. Κανά μήνα τα χαρτιά μας βόλταραν από επιτροπή σε επιτροπή στο Υπουργείο Πολιτισμού, και περίμεναν να γυρίσει ο Υπουργός από ταξίδι στο εξωτερικό. Μας έχουν μπει κανονικά οι αργίες, αλλά δεν φαίνονται τα ένσημα μας όσο δεν πληρωνόμαστε και τις 3 δόσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να λάβουμε το τριμηνιαίο βοήθημα ανεργίας των 220 ευρώ. Συνοψίζοντας. Δούλεψα για να πάρω ένα επίδομα εργασίας με το οποίο ίσα που ξεχρέωσα έξοδα πενταμήνου, και λόγω του οποίου δεν μπορώ να λάβω άλλο επίδομα.

Σημειώσεις:



[1] Οι «ιδιώτες συνεργάτες» της ΕΛ.ΣΤΑΤ. εργαζόμαστε με το μοντέλο που κατοχυρώθηκε στις απογραφές του 2011: Συλλέγουμε door-to-door από νοικοκυριά στατιστικά στοιχεία για διάφορες έρευνες (π.χ. για τα ποσοστά της ανεργίας) του ελληνικού κράτους, τις οποίες τις πληρωνόμαστε με το κομμάτι, με απόδειξη δαπανών και παρακράτηση φόρου, χωρίς ένσημα και με μεγάλη καθυστέρηση, μέχρι και 6 μήνες μετά λήξη της κάθε έρευνας.
[2] Το 8μηνο 8ώρο σε δημόσια υπηρεσία σαν τα ΕΛΤΑ συνεπάγεται ότι μπορεί και στην αρχή να σου φορτώνουν έναν άγνωστο τομέα και να τρέχεις και να μην φτάνεις, αλλά μετά από λίγους μήνες αρχίζεις να «ξεψαρώνεις» και να βγάζεις την δουλειά σε ένα 5ωρο, οπότε να έρχεσαι με μισάωρη καθυστέρηση όπως όλοι και να φεύγεις αρκετές φορές 2 ώρες νωρίτερα. Στις φετινές προκηρύξεις ο ΕΛΤΑ αντιμετώπισε αυτήν την «αντιπαραγωγικότητα» παίρνοντας αποκλειστικά 4ωρους για 245 ευρώ το μήνα και, προφανώς, με τον ίδιο φόρτο εργασίας που μόνο «λούφα» δεν επιτρέπει.
[3] Ως workfare ορίζεται χοντρικά η παροχή εργασίας εκ μέρους των ανέργων για να πάρουν το επίδομα που θα δικαιούνταν παλιότερα σε εποχές welfare state (κράτους πρόνοιας)
[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι η διεύθυνση προσπάθησε για μια τελευταία φορά να επιβάλλει την εργασιακή πειθαρχία, ζητώντας προπαραμονές Πρωτοχρονιάς να υπογράψουμε ένα έγγραφο ότι παραδώσαμε την καθορισμένη εργασία μας, για να ελέγξει το ποιοι βρισκόμασταν στην δουλειά και ποιοι σε χριστουγεννιάτικες διακοπές.

δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στη Σφήκα τεύχος 6

Κυριακή, 9 Φεβρουαρίου 2014

Περιμένοντας ακόμα την "αλλαγή" (back to 80s)

12 Σεπτεμβρίου 1981. Σαράντα χιλιάδες μαλλιάδες, ροκάδες, φρικιά, χεβυ μεταλλάδες, πανκιά, μοϊκανοί, new wave, φλώροι, καρεκλάδες κτλ. διψασμένα για μια έστω πολιτισμική αλλαγή στο βασίλειο του συντηρητισμού που αυτοαποκαλείται "ελληνική δημοκρατία" πλημμυρίζουν το γήπεδο της Νέας Φιλαδέλφειας να αποθεώσουν τον μεγάλο Ιρλανδό κιθαρίστα στο απόγειο της δόξας του.
 
 Το εισιτήριο των 500 δραχμών ήταν πολύ ακριβό για πολλά "παιδιά της γειτονιάς" που ήθελαν να πάρουν γεύση από τον σπάνιο στην Ελλάδα καρπό του ροκ (είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τη συναυλία των Rolling Stones το 1967, λίγο πριν την χούντα, και μέχρι το 1980 και τους Police στο Σπόρτινγκ δεν είχε γίνει ούτε μια συναυλία γνωστού ξένου συγκροτήματος στην Ελλάδα). Οι "τζαμπατζήδες" δίνουν την αφορμή που χρειάζονταν τα ΜΑΤ για να διαλύσουν με δακρυγόνα την συναυλία, να κυνηγήσουν τον κόσμο στα γύρω στενά και να συλλάβουν αρκετά ταραχοποιά στοιχεία.


Το ροκάς ακόμα τότε ήταν συνώνυμο του σημερινού "αναρχικός", ήταν από μόνο του μια ποινική κατηγορία. Αρκούσε το περίεργο ντύσιμο και το λίγο πιο μακρύ μαλλί (δεν συζητάμε για τη μοϊκάνα) για αποβολή από το σχολείο, για να σε συζητάει η γειτονιά, για να σε σταματάνε και να σε ψάχνουν συνεχώς οι μπάτσοι. Μόνο κάποιοι μοντς είχαν την δυνατότητα να ξεγλιστρήσουν λόγω εμφάνισης από το γράμμα του νόμου, χωρίς φυσικά να μετατρέπονται σε "δηλωσίες:

 "Στα επεισόδια της συναυλίας των Steppenwolf στην Θεσσαλονίκη πιάσανε και πολλούς μοντς. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου τους είδε κυριλέ ντυμένους και τους είπε: 'Εσείς φαίνεστε καλά παιδιά, τυχαία θα βρεθήκατε εκεί μέσα...', 'μπα ξέραμε τι κάναμε' αποκριθήκαν οι μοντς".
(Γιώργος Τουρκοβασίλης/Τα ροκ ημερολόγια-ελληνική νεολαία και ροκ εν ρολ, σελ. 28)

Ευτυχώς μετά από λίγες μέρες θα έβγαινε το ΠΑΣΟΚ, που θα έφερνε την αλλαγή, θα νομιμοποιούσε το ροκ και όχι μόνο, όπως διηγείται κι ένας αντιεξουσιαστής της εποχής που είχε ποινικό μητρώο για "αντίσταση κατά της αρχής":

"Άτομο του χώρου και αυτό, έλεγε, ότι το ΠΑΣΟΚ, μαζί με την αλλαγή του θα φέρει και την Ελευθερία, θα αφήσει ελεύθερο το 'μαύρο' και την μαριχουάνα, θα ζούμε καλύτερα δεν θα βαράνε οι μπάτσοι τον κόσμο, ούτε θα φυλακίζουν άνθρωπο για τις ιδέες του. Γενικά, μου λέει, ο Ανδρέας είναι σαν κι εμάς."
Μανόλο (Μανώλης Βάγιας)/ ''Οι κοινωνικοί αγώνες του αντιεξουσιαστικου κινήματος την 8ετια του ΠΑΣΟΚ 1981/1989, σελ. 9
Τελικά ο σύντροφος Αντρέας δεν εξηγήθηκε καλά στους ροκάδες. Τα έτη 1981-1984 -ενώ αποτελούν γενικά περίοδο κοινωνικής ειρήνης και αύξησης της καταναλωτικής δύναμης της μικροαστικοποιημένης εργατικής τάξης- ο νο1 εσωτερικός εχθρός παραμένει η ροκ νεολαία και η αντικουλτούρα της. Οι πρώτες καταλήψεις στα Εξάρχεια εκκενώνονται ταχέως, ειδικό ασφαλίτικο σώμα (ΜΕΑ) φτιάχνεται για την αντιμετώπιση των αναρχοφρικιών των Εξαρχείων, οι συναυλίες όλων αυτών εξακολουθούν να θεωρούνται ημιπαράνομες:

Ο Σπύρος τραγουδούσε παλιά σε πανκ συγκρότημα τους SOLDIERS OF ANARCHY, παλιότερο σχήμα των EX-HUMANS. Σε μια 'ιστορική' συναυλία στο Γκύζη, άνοιξη του 82, βγήκε και τραγούδησε τον 'στρατιώτη', κι ήταν η πρώτη φορά που ακουγόταν σε μεγάλο ακροατήριο ελληνικός στίχος αναρχοπανκ εναντίον του πολέμου και του στρατού. Η συναυλία διαλύθηκε από την  αστυνομία. (...) Μόλις είπα το 'Στρατιώτη' λέω τώρα δεν με νοιάζει, τέλειωσα ας πέσει η σκηνή να με πλακώσει. Μπαίνει μέσα η Αστυνομία, πιάνει τον ένα, πιάνει τον άλλον, να φεύγουμε από τα παράθυρα εμείς και να μας κυνηγάνε, να μας στήνουν μπλόκα στους δρόμους οι γκυζιώτες..."
(Γ. Τουρκοβασίλης, ό.π., σελ. 35)

Για να τα πούμε όλα, το ΠΑΣΟΚ μπορεί από την μια πλευρά να συνέχισε το κυνηγητό των ροκάδων και των πανκηδων, αλλά από την άλλη διοργάνωσε τη μεγάλη συναυλία "Rock in Athens" τον Ιούλιο του 1985 στο Καλλιμάρμαρο, βγάζοντας το ροκ από την ημιπαρανομία και ανοίγοντας τον δρόμο για την ένταξη του στη lifestyle εμπορευματική κανονικότητα που θα ακολουθούσε. Η προλεταριακή αμφισβήτηση των "ντου", του "μπάχαλου" και του κραξίματος πανκ αστέρων δεν έλειψε ("αυτό το εισιτήριο θα γίνει κοιμητήριο", ήταν το κυρίαρχο σύνθημα), αλλά αυτή τη φορά η διαφορά ήταν ότι παρενέβη πυροσβεστικά ο ίδιος ο υφυπουργός Πολιτισμού και Νέας Γενιάς Γιώργος Παπανδρέου για να ανοίξουν οι πύλες και να μην επεκταθούν τα επεισόδια.



Τρεις δεκαετίες μετά το ροκ/πανκ είναι ένα κανονικό εμπόρευμα, το ΠΑΣΟΚ που το νομιμοποίησε διαλύεται, η δεξιά επιστρέφει στις φασιστικές ηθικές της παραδόσεις και οι από κάτω ελπίζουν στην αλλαγή που θα φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ πλέον. Τρεις δεκαετίες μετά καταδικάζονται 25 χρόνια φυλακή αναρχοκομμουνιστές όπως ο Τάσος Θεοφίλου με ενοχοποιητικό στοιχείο ότι έχουν αιρετικές απόψεις, γράφουν περίεργα διηγήματα, δεν γλείψαν κάποιο αφεντικό, δεν έχουν πάει στρατό.

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΓΙΑΤΙ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ


«το πρώτο φως της αυγής έρχεται μέσα από το πιο βαθύ σκοτάδι»

Μέχρι το βράδυ του Σαββάτου 06/12/08 θα μπορούσαμε να πούμε ότι «jusqu’ ici tout va bien» παρακολουθώντας την ατομική πτώση του καθενός από μας πάνω στην έρημο του καπιταλιστικού συστήματος. Μετά ήρθε η πρόσκρουση και μια καταστροφική τρέλλα κατέλαβε μεγάλα κομμάτια της νεολαίας της χώρας. Πρώτα, όπως έχει συμβεί αρκετές φορές στην ιστορία, μίλησαν οι πράξεις. Στην αρχή μίλησε το όπλο ενός μπάτσου, κραυγάζοντας με τον πιο ωμό τρόπο την απέχθεια κάθε είδους εξουσίας απέναντι στο φαινόμενο της ζωής. Με το που κύλησε το αίμα ενός εφήβου, αμέσως μια άλλη κραυγή μεταδόθηκε αστραπιαία από τα Εξάρχεια στο οικονομικό κέντρο της μητρόπολης κι άλλων μεγάλων πόλεων, μια κραυγή αρθρωμένη από καταρρέοντα τζάμια και φλόγες που μετασχημάτιζαν τράπεζες και εμπορικά κέντρα σε ένα σύννεφο οργής που έγραφε ΕΚΔΙΚΗΣΗ.

Δυο μέρες αργότερα τα χριστουγεννιάτικα κέντρα των πόλεων έμοιαζαν λες και είχαν δεχτεί
βομβαρδισμό κατά την διάρκεια ενός πολέμου, ενώ η ήδη καταρρέουσα λόγω της κρίσης οικονομία, δέχτηκε άλλο ένα θανάσιμο πλήγμα στην καρδιά της από ορδές «αλητών» που επιδίδονταν σε λεηλασίες εμπορευμάτων. «Η συμφωνία της Βάρκιζας έσπασε, έχουμε πόλεμο ξανά». Μιλάμε για την επιστροφή της ταξικής πάλης στο προσκήνιο και την λύση στην κρίση: Για εμάς. Και είμαστε ακόμα στην αρχή. Πάμε…

Είμαστε κομμάτι μιας εξέγερσης της ζωής ενάντια στον καθημερινό θάνατο που επιβάλλουν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις. Με την καταστροφική δύναμη που κρύβαμε στα χέρια μας πραγματοποιούμε μια μανιασμένη (αλλά αντιφατική) επίθεση στο θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας. Καταλαμβάνουμε τους δρόμους, αναπνέοντας ελεύθερα παρά τα δακρυγόνα, επιτιθέμενοι στην πιο μισητή εικόνα του εαυτού μας: Στην εικόνα του εαυτού μας ως δούλου των αφεντικών, που στην πιο ακραία του, σιχαμερή και δολοφονική μορφή λέγεται μπάτσος. Στήνουμε τέλος ένα γερό οδόφραγμα στην μίζερη κανονικότητα ενός κύκλου παραγωγής και κατανάλωσης. Στην παρούσα συγκυρία, ότι πιο σημαντικό διακυβεύεται είναι η ενίσχυση αυτού του οδοφράγματος απέναντι στον ταξικό εχθρό. Ακόμα όμως κι αν υποχωρήσουμε κάτω από την πίεση των (παρα)κρατικών καθαρμάτων και στην ανεπάρκεια του οδοφράγματος, όλοι γνωρίζουμε ότι τίποτε στην ζωή μας δεν πρόκειται να είναι ξανά το ίδιο.
Μιλάμε επίσης πάνω στην ιστορική συγκυρία της ανασύνθεσης ενός νέου ταξικού υποκειμένου, που από παλιά κουβαλά την υπόσχεση ότι θα αναλάβει τον ρόλο του νεκροθάφτη του καπιταλιστικού συστήματος. Θεωρούμε ότι το προλεταριάτο δεν υπήρξε ποτέ τάξη εξαιτίας της θέσης του, αλλά αντίθετα συγκροτείται ως τάξη για τον εαυτό της πάνω στο έδαφος της σύγκρουσης με τα αφεντικά, πρώτα πράττοντας και μετά συνειδητοποιώντας την πράξη του. Η ανασύνθεση πραγματοποιείται από ομάδες υποκειμένων που αντιλαμβάνονται ότι δεν έχουν τον έλεγχο πάνω στις ζωές τους, από ομάδες που έχουν στριμωχτεί ή στριμώχνονται βίαια στον πάτο του βαρελιού και έχουν μπει σε μια αντιφατική τροχιά ένωσης.
Η μισθωτή εργασία υπήρξε ανέκαθεν ένας εκβιασμός. Σήμερα, επιπλέον, δεν είναι λίγοι οι εργάτες οι οποίοι απασχολούνται ευκαιριακά και επισφαλώς σε τομείς που, ενώ είναι αναγκαίοι για την αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας, δε συμβάλλουν στη δημιουργία οποιασδήποτε κοινωνικής χρησιμότητας. Στους τομείς αυτούς οι ταξικοί αγώνες εξορίζονται από το έδαφος της αυτοδιαχείρισης της παραγωγής, στο έδαφος του γενικευμένου μπλοκαρίσματος και του σαμποτάζ. Την ίδια στιγμή, η αυτοματοποίηση της παραγωγής και η εγκατάλειψη των πολιτικών πλήρους απασχόλησης δημιουργούν ολόκληρες στρατιές ανέργων που ωθούνται στο περιθώριο και προσφεύγουν στη μαύρη εργασία ή στην οικονομία του εγκλήματος για να μπορέσουν να επιβιώσουν.
Άνεργοι, επισφαλείς εργάτες, μαθητές και φοιτητές που προορίζονται για τις θέσεις των μελλοντικών μισθωτών σκλάβων, αλλοδαποί μετανάστες πρώτης και δεύτερης γενιάς που βιώνουν καθημερινά την περιθωριοποίηση και την καταπίεση συγκρότησαν μαζί με ριζοσπαστικές μειοψηφίες εργατών την κοινότητα των εξεγερμένων του Δεκέμβρη, η οποία θεμελιώθηκε στην κοινή συνθήκη της αλλοτρίωσης και της εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζει μια κοινωνία βασισμένη στην εργασία-εμπόρευμα. Να υπενθυμίσουμε επίσης ότι τα προεόρτια της εξέγερσης είχαν γιορταστεί από τους ακόμα πιο κάτω, από αυτούς που έχουν στερηθεί κάθε χαρά στα κολαστήρια της δημοκρατίας, τους κρατουμένους των ελληνικών φυλακών.

Το εξεγερσιακό πάρτυ το παρακολουθούν χωρίς να συμμετέχουν, αλλά μέχρι στιγμής και χωρίς να καλούν την αστυνομία να το διαλύσει, οι ιδιοκτήτες του εμπορεύματος εργατική-δύναμη που το είχαν επενδύσει στο χρηματιστήριο της κοινωνικής ασφάλειας και της προσδοκίας εξόδου των απογόνων τους από την μισθωτή σχέση. Με την αντικατάσταση της κοινωνικής ασφάλειας από την αστυνομική ασφάλεια και την κατάρρευση του χρηματιστηρίου της ταξικής κινητικότητας, πολλοί/ες εργαζόμενοι/ες σπρώχνονται σε μια (σημαντική κοινωνικά) ηθική δικαιολόγηση του νεοαλαιίστικου ξεσπάσματος υπό το βάρος του καταρρέοντος σύμπαντος της μικροαστικής ιδεολογίας και της κρατικής ύβρεως, χωρίς ακόμα να στρατεύονται ενεργά στην επίθεση εναντίον αυτού του δολοφονικού κόσμου.
Επιμένουν να σέρνουν το κουφάρι τους σε τριμηνιαίες λιτανείες των εργατοπατέρων και να υπερασπίζονται μια θλιβερή συντεχνιακή ηττοπάθεια απέναντι στην ορμητική ταξική επιθετικότητα που ξεπροβάλλει. Αυτοί οι δυο κόσμοι συναντήθηκαν την Δεύτερα 08/12 στον δρόμο και λαμπάδιασε όλη η χώρα. Ο κόσμος της συντεχνιακής ηττοπάθειας κατέβηκε στον δρόμο για να υπερασπιστεί το δημοκρατικό δικαίωμα των διαχωρισμένων ρόλων του πολίτη, του εργάτη, του καταναλωτή να διαμαρτύρονται χωρίς να πυροβολούνται. Δίπλα αλλά τόσο μακριά από την ψευδό-κοινότητα των ατομικοτήτων, ο κόσμος της ταξικής επιθετικότητας κατέβηκε στο πεζοδρόμιο με την μορφή οργανωμένων «συμμοριών» που σπάνε, καίνε, λεηλατούν και ξηλώνουν οδοστρώματα για να πετροβολήσουν τους δολοφόνους. Ό πρώτος κόσμος, (όπως τουλάχιστον εκφράζεται από την πολιτική των εργατοπατέρων) τρόμαξε τόσο από την παρουσία του δεύτερου, που την Τετάρτη 10/12 προσπάθησε να διαδηλώσει χωρίς την ενοχλητική παρουσία των «μιασμάτων». Το δίλημμα πάντως για το πώς κατεβαίνουμε στον δρόμο έχει τεθεί: Ή με την δημοκρατική καβάτζα του πολίτη ή με την συγκρουσιακή αλληλεγγύη της παρέας, του επιθετικού μπλοκ, της πορείας που υπερασπίζεται την ύπαρξη του καθενός με «ντου» και οδοφράγματα.

Τα Δεκεμβριανά γεγονότα του 2008 στην Ελλάδα αποτελούν το πιο πρόσφατο επεισόδιο μιας σειράς εξεγέρσεων που σαρώνουν τον καπιταλιστικό κόσμο. Στη φάση της παρακμής της, η καπιταλιστική κοινωνία δεν μπορεί πια ούτε καν επιδιώκει να αποσπάσει τη συναίνεση των εκμεταλλευομένων μέσω της ενσωμάτωσης των επιμέρους διεκδικήσεών τους. Γι’ αυτό και απομένει μόνο η καταστολή. Με την αναδιάρθρωση που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 (για να αποκρούσει την προλεταριακή ανταρσία που έγινε γνωστή ως «κίνημα του ’68»), το κεφάλαιο βρέθηκε αντιμέτωπο με την εξής αντίφαση: ενώ δημιουργούσε μια ανθρώπινη μάζα που αποτελούνταν από παθητικούς θεατές-καταναλωτές εμπορευμάτων, έπρεπε ταυτόχρονα να τους στερήσει (με τη συμπίεση των εισοδημάτων τους) τη δυνατότητα για την αγορά αυτών των εμπορευμάτων. Από αυτή την άποψη, δεν είναι δυνατόν να προκαλεί έκπληξη η λεηλασία ενός πολυκαταστήματος στην οδό Σταδίου από ανθρώπους στους οποίους μοιράζονται καθημερινά οι υποσχέσεις μιας απατηλής καταναλωτικής ευτυχίας ενώ την ίδια στιγμή τούς αφαιρούνται τα μέσα για την εκπλήρωση αυτών των υποσχέσεων.
Η εξέγερση του Δεκέμβρη δε διατύπωσε συγκεκριμένα αιτήματα ή διεκδικήσεις επειδή ακριβώς τα υποκείμενα που την διεξήγαν βιώνουν καθημερινά και, επομένως, γνωρίζουν την άρνηση της κυρίαρχης τάξης να ικανοποιήσει κάθε τέτοιο αίτημα. Τα ψελλίσματα της αριστεράς που, αρχικά, διεκδίκησε την παραίτηση της κυβέρνησης αντικαταστάθηκαν ταχύτατα από έναν σιωπηλό τρόμο και από την αγωνιώδη προσπάθειά της να εκτονωθεί το ανεξέλεγκτο εξεγερτικό κύμα. Η απουσία οποιασδήποτε μεταρρυθμιστικής διεκδίκησης αντανακλά μια υφέρπουσα (και ίσως ασυνείδητη ακόμα) διάθεση ριζικής εναντίωσης και ξεπεράσματος των υπαρχουσών εμπορευματικών σχέσεων και δημιουργίας ποιοτικά καινούργιων.

Τα πάντα ξεκινούν και ωριμάζουν στη βία – αλλά τίποτα δε σταματά εκεί. Η καταστροφική βία που εξαπολύθηκε στα γεγονότα του Δεκέμβρη και προκάλεσε το μπλοκάρισμα της καπιταλιστικής κανονικότητας στο κέντρο της μητρόπολης, ήταν μια συνθήκη αναγκαία αλλά όχι επαρκής για τη μετουσίωση της εξέγερσης σε μια απόπειρα κοινωνικής χειραφέτησης. Η αποσταθεροποίηση της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι ανέφικτη χωρίς την παράλυση της οικονομίας – δηλαδή χωρίς τη διατάραξη της λειτουργίας των κέντρων παραγωγής και διανομής, μέσω του σαμποτάζ, των καταλήψεων, των απεργιών. Η έλλειψη θετικής, δημιουργικής πρότασης για μια διαφορετική μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων υπήρξε – μέχρι στιγμής – κάτι παραπάνω από εμφανής. Παρόλα αυτά, η εξέγερση του Δεκέμβρη πρέπει να γίνει κατανοητή στο ιστορικό πλαίσιο μιας ευρύτερης διαδικασίας αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης που εξελίσσεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η διαδικασία καλείται να συνεχιστεί και να επιδιώξει μια ποιοτική εμβάθυνση των θετικών περιεχομένων της προκειμένου να καταστεί πραγματικά επικίνδυνη και δυνητικά απελευθερωτική.
Μια σειρά από κινηματικές πρακτικές – οι οποίες έχουν ήδη εφαρμοστεί στοιχειωδώς σε πολλές χώρες όπου εκτυλίχθηκαν πρόσφατα σημαντικές ταξικές συγκρούσεις – προτάσσουν και πραγματώνουν σε εμβρυακό επίπεδο εκείνη την ανθρώπινη κοινότητα που καταργεί και υπερβαίνει δημιουργικά τις αλλοτριωτικές εμπορευματικές σχέσεις: τα σχολεία που καταλαμβάνονται από τους μαθητές ώστε να χρησιμοποιηθούν ως ορμητήρια για την επανοικειοποίηση του δρόμου και των δημόσιων χώρων εν γένει• τα δημόσια αντιμαθήματα που οργανώθηκαν στο πλαίσιο του πρόσφατου κινήματος φοιτητών-επισφαλών στην Ιταλία, θέτοντας αφειδώς τη γνώση στην υπηρεσία της συγκροτούμενης κοινότητας• οι συλλογικές απαλλοτριώσεις σε σουπερμάρκετ και βιβλιοπωλεία και η συλλογική ζωή στις καταλήψεις σε ένα πλαίσιο αυτοεκπλήρωσης των αιτημάτων για δωρεάν σίτιση, στέγαση, βιβλία• η ριζική αμφισβήτηση των σχέσεων ιδιοκτησίας, η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια στη θέση της ατομικής ιδιοποίησης (και κάποιες φορές μεταπώλησης) των εμπορευμάτων που απαλλοτριώνονται• οι συνελεύσεις γειτονιάς που συντονίζονται, ξεκινώντας από την ενασχόληση με τοπικά ζητήματα, προεικονίζοντας έτσι μια κοινωνία όπου οι αποφάσεις παίρνονται και εκτελούνται χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε διαχωρισμένης εξουσίας (βλ. και εξεγερμένη Οαχάκα)• οι δωρεάν μετακινήσεις με τα μέσα μεταφοράς και τα déménages (εισβολή σε γραφεία ευρέσεως εργασίας και μεταφορά του εξοπλισμού τους στους δρόμους) που πραγματοποιήθηκαν συστηματικά κατά τη διάρκεια του ‘αντι-CPE’ κινήματος στη Γαλλία. Τέτοιες (και αναρίθμητες άλλες, που θα γεννηθούν από την ατομική και συλλογική ευφυΐα) είναι οι πρακτικές που μπορούν να εμπλουτίσουν και να γονιμοποιήσουν τις δυνάμεις της άρνησης, έτσι ώστε να αρχίσει να σκιαγραφείται μέσα από τη θύελλα της εξέγερσης η ποθητή μορφή μιας ελεύθερης, κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάνουμε ότι μπορούμε για να μην εγκαταλείψουμε τις καταλήψεις και τους δρόμους, γιατί δεν θέλουμε να γυρίσουμε σπίτια μας. Γινόμαστε σκυθρωποί και δυστυχισμένοι στην «ρεαλιστική» σκέψη ότι αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητα. Πλημμυρίζουμε από ευτυχία στην σκέψη ότι είμαστε στην αρχή μιας ιστορικής διαδικασίας αναζωπύρωσης της ταξικής πάλης, που αν το θελήσουμε, αν το παλέψουμε, αν το πιστέψουμε, δύναται να μας οδηγήσει στην έξοδο από την κρίση, στην επαναστατική απόδραση από το σύστημα.

Προλετάριοι από την κατειλημμένη ΑΣΟΕΕ
δημοσιεύθηκε Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008 εδώ