Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Σκότωσε τη λογική του ΠΑΜΕ που έχεις μέσα στο σωματείο βάσης σου



Το παρακάτω κείμενο κατατέθηκε αρχικά στο εσωτερικό μια εργατικής συνέλευσης βάσης, ως συνεισφορά σε μια συζήτηση που έχει ανοίξει ξανά, το τελευταίο διάστημα, για κινήσεις συντονισμού και δικτύωσης σωματείων βάσης και εργατικών συνελεύσεων.

 

Κριση και εργατικη τάξη, πολιτικο και συνδικαλιστικο


Ένα από τα βασικά ζητήματα που μπαίνει πλαγίως ή ευθέως σε σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις είναι το ζήτημα της πολιτικοποίησης των εργατικών αγώνων απέναντι στην «επιτακτικότητα» της κρίσης και της επιταχυνόμενης χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους, της Ε.Ε. και του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, με την μορφή που το ξέραμε ως τώρα. Ειδικότερα, κάποια σωματεία βάσης/εργατικές συνελεύσεις κατέβηκαν συντονισμένα στην τελευταία 48ώρη απεργία με ένα (υπερ)πολιτικοποιημένο πανό που ανέφερε «απέναντι στο κοινοβουλευτικό πραξικόπημα, μόνη λύση η κοινωνική επανάσταση». Αν και κανείς δεν διαφωνεί ότι με το μνημόνιο συντελείται πλαγίως ή θα συντελεστεί όλο και πιο ευθέως ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα (ενώ πιο πριν η κοινοβουλευτική ομαλότητα μας έκανε;), ούτε ότι υπάρχει κάποια άλλη λύση πέρα από την κοινωνική επανάσταση (το ίδιο πιστεύουν και οι ΣΕΚίτες άλλωστε), το συγκεκριμένο πανό αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μια (χ,ψ,ω) πολιτική αντίληψη έρχεται να «καπελώσει» την ταξική πραγματικότητα που βιώνουμε και απέναντι στην οποία αντιδρούμε.

Τα τελευταία δυο χρόνια έχουν ξεσπάσει μια σειρά μικρών και μεγάλων εργατικών αγώνων που ξεκινούν από κλασσικά μισθολογικά, συνδικαλιστικά, κλαδικά ή και συντεχνιακά ζητήματα: Υπεράσπιση συλλογικών συμβάσεων, αγώνες ενάντια στις απολύσεις, στις περικοπές μισθών κτλ. Το υλικό διακύβευμα πίσω από αυτούς τους αγώνες παραμένει «κλασσικά» εργατικό: Μισθοί και ένσημα, άμεσος και έμμεσος μισθός. Τέτοιοι αγώνες γίνονταν και πριν την κρίση, μερικοί μάλιστα κατάφερναν και  σχετικές υλικές νίκες μέσω της συνδικαλιστικής διαμεσολάβησης (π.χ. η εμπειρία της υπογραφής συλλογικής σύμβασης από το πρωτοβάθμιο σωματείο των βιβλιοϋπαλλήλων, οι αγώνες των μεταναστών εργατών στην Μανωλάδα, ή σε μαζικότερο επίπεδο η απόσυρση του ασφαλιστικού του Γιαννίτση το 2001). Το διαφορετικό με την κρίση είναι ακριβώς ότι έχουμε μια γενικευμένη επίθεση «σοκ» πάνω σε όλα αυτά τα εδάφη εργατικής αντίστασης, όπου πλέον η αστική τάξη μας δηλώνει ότι αλλάζει το προηγούμενο καθεστώς όπου δεχόταν κι αυτή υποχωρήσεις πάνω σε τέτοια διακυβεύματα (ανάλογα πάντα με την δύναμη του αγώνα που εκφράζαμε ως εργάτες) και ότι από εδώ και στο εξής, όχι μόνο δεν υποχωρεί μπροστά σε κανέναν συνδικαλιστικό αγώνα, αλλά επιπλέον θα επιβάλλει «κινεζοποίηση» στο μισθό του συνόλου της εργατικής τάξης.

Το σημαντικό όμως είναι ότι ταξικοί αγώνες υπήρχαν και προ κρίσης και δεν είναι καθόλου άσχετοι με το ξέσπασμα της κρίσης. Η αστική τάξη αναγνώριζε ένα συγκεκριμένο συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας που της έδινε μεν την δυνατότητα να πλουτίζει πάνω στις ζωές μας, απαιτούσε δε κάποιες υποχωρήσεις που πήγαιναν πίσω την ανάγκη για κερδοφορία του κεφαλαίου, λόγω της ανάγκης εκμαίευσης της συναίνεσης της εργατικής τάξης, που (όπως πάντα υπερβολική) ήθελε και αυτή να καταναλώνει και να ζει τον «μύθο» της τα χρυσά εκείνα χρόνια του ’90-’00. Το «χάσμα» ανάμεσα στις (ρητές και άρρητες, ατομικές και συλλογικές) απαιτήσεις της εργατικής τάξης και στις ανάγκες του κεφαλαίου καλυπτόταν μέσω της γιγάντωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και την καταφυγή στον δανεισμό, σε μια υπόσχεση δηλαδή της εργατικής τάξης προς το κεφάλαιο του στυλ «δώσε μου τα λεφτά που έχω ανάγκη για να καταναλώνω, αφού έχεις σταματήσει εδώ και δεκαετίες τις αυξήσεις στους μισθούς, κι εγώ σου υπόσχομαι θα συνεχίσω να δουλεύω εντατικά». Μην παρεξηγηθούμε. Δεν υποστηρίζουμε ούτε ότι η εργατική τάξη είναι ένα ενιαίο σώμα, χωρίς (μισθολογικές, κλαδικές, εθνικές, έμφυλες κτλ.) διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της και με ενιαία συνείδηση της συλλογικής της δύναμης, ούτε ότι η πλειοψηφία της καλοπερνούσε τις προηγούμενες δεκαετίες, ούτε ότι είχαμε μια οργανωμένη ανάπτυξη ταξικών αγώνων που να διαρρηγνύει την ηγεμονία των (μικρο)αστικών ιδεών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (πόσο μάλλον να θέτει επαναστατικά ζητήματα). Υποστηρίζουμε απλώς ότι οι («ορατοί» και «αόρατοι») αμυντικοί αγώνες που ξεσπούσαν σε συλλογικό επίπεδο όποτε το κεφάλαιο ζητούσε πιο εντατικοποιημένη εργασία, ή η απλή εμπειρία κάθε εργαζόμενου που έχει κάνει τέχνη το να δουλεύει όσο το δυνατόν λιγότερο κατά την διάρκεια του 8ώρου, έδειχναν στο κεφάλαιο ότι η συγχρονη εργατική τάξη δεν ήταν και πολύ φερέγγυα στην υπόσχεση της για παραπάνω εργασία, αφού νοιαζόταν μόνο για την κατανάλωση κι όχι για την αύξηση της παραγωγικότητας.

Τ’ ότι η κρίση σχετίζεται με τους αγώνες και τις αρνήσεις μας, δεν αναφέρεται επίσης ούτε για ακαδημαϊκούς λόγους, και σίγουρα όχι για να αυτοενοχοποιηθούμε ότι «μαζί τα φάγαμε». Αναφέρεται γιατί αποδεικνύει την άμεση σύνδεση του πιο μικρού συνδικαλιστικού και «χυδαία» μισθολογικού αγώνα με το τεράστιο πολιτικό ζήτημα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Ότι δηλαδή ο συνδικαλιστικός/μισθολογικός αγώνας είναι από την φύση του και πολιτικός αγώνας, δεν είναι απλά οικονομικός αγώνας. Η αριστερά δεν είχε, ούτε έχει την ίδια γνώμη: Στους μισθολογικούς αγώνες της εργατικής τάξης βλέπει, σύμφωνα με τον γερομούμια-Ίλιτς, ένα κατώτερο επίπεδο συνείδησης, την συνδικαλιστική συνείδηση, που αδυνατεί να ξεπεράσει το οικονομικό επίπεδο και να θέσει ζήτημα επαναστατικής ανατροπής, πράγμα που μπορεί να κάνει μόνο το Κόμμα, που ως γνωστόν κατέχει την γνώση της κίνησης του σύμπαντος μέσω του ιστορικού υλισμού. Οπότε και τώρα στην κρίση βλέπει μόνο μια συνωμοσία του «κακού» κεφαλαίου, άσχετη με τις «ρεφορμιστικές» διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Και εφ’ όσον θεωρεί ότι ως τώρα η εργατική τάξη δεν λειτουργούσε επαναστατικά, για  να τεθεί ζήτημα επανάστασης πρέπει η εργατική τάξη να μάθει μέσω της κομματικής προπαγάνδας να ξεφύγει από τους οικονομικούς αγώνες και να βάλει τα σωστά πολιτικά πλαίσια για  «λαϊκή/εργατική οικονομική/εξουσία», «έξοδο από την ευρωζώνη» κι άλλα κουλά.

Αντίθετα, κάποιοι/ες υποστηρίζουμε ότι η εμπειρία των τελευταίων 2 χρόνων δείχνει ότι η εργατική τάξη εκκινούμενη από μισθολογικές και «κλασσικά εργατικές» διεκδικήσεις, αναγκάζεται να τοποθετείται όλο και πιο πολιτικοποιημένα, ριζοσπαστικά και επαναστατικά σε σχέση με την εξέλιξη της κρίσης. Όταν π.χ. οι εργαζόμενοι στις απογραφές απαιτούν  την αποπληρωμή των 500-600 ευρώ που δούλεψαν και δεν πληρώθηκαν, βλέπουν ότι ίσως χρειαστεί να τα βάλουν με την ευρύτερη στρατηγική του ΔΝΤ για στάση πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις του δημοσίου (βλ. http://protovouliapografi.wordpress.com). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι του Κοτρώτσου τα δεδουλευμένα τους αναγνωρίζουν τα «λαμόγια» που τόσα χρόνια εκμεταλλεύονται τους εργαζομένους (βλ. http://katalipsiesiea.blogspot.com/2011/09/blog-post_3143.html). Διεκδικώντας οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ ή στους ΟΤΑ να αποσυρθεί το πολυνομοσχέδιο για να υπερασπιστούν τους μισθούς τους και τις θέσεις εργασίας τους, καταλαβαίνουν ότι πρέπει να αγωνιστούν μαζί με το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας ενάντια στην χούντα τρόικας και ελληνικού κράτους. Τα παραδείγματα είναι άπειρα.

Κι όμως, το ζήτημα της πολιτικοποίησης των αγώνων μας συνήθως αντιμετωπίζεται ως κάτι διαχωρισμένο από τα κλασσικά συνδικαλιστικά που διεκδικούμε ως εργαζόμενοι, μισθούς, ένσημα, συντάξεις, συμβάσεις κτλ. Κι αυτό γιατί το κομμάτι εκείνο του αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου χώρου που ασχολείται με τον συνδικαλισμό βάσης αντιμετωπίζει με έναν παρόμοιο λενινιστικό τρόπο (λογική ΠΑΜΕ) το ζήτημα: «καλή η δουλειά βάσης που κάνουμε, αλλά δεν φτάνει, πλέον χρειάζεται να συντονιστούμε όλοι μαζί σε κατεύθυνση μετώπου που θα μιλάει για επανάσταση». Και έτσι πάμε στο ψητό.

 

Νεα ταξικα υποκειμενα σε παλια πλαισια


Οι εργατικές συλλογικότητες που ψάχνουν τον δρόμο του συντονισμού είναι ένα καινούριο φαινόμενο στην εγχώρια ταξική πάλη. Εκφράζουν μια νέα προλεταριακή φιγούρα που έχει αρχίσει να οργανώνεται ταξικά -σε συνδικαλιστικό κι όχι μόνο επίπεδο- τα τελευταία 4-5 χρόνια. Αυτή η φιγούρα εκφράζει τα νεότερα προλεταριακά στρώματα του ιδιωτικού/τριτογενή τομέα που δουλεύουμε σε καθεστώς επισφάλειας και είμαστε αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων σε εργασία/εκπαίδευση που προώθησε ο «εκσυγχρονισμός» του ΠΑΣΟΚ (εκείνη την εποχή που ο σημερινός τραπεζίτης-πρωθυπουργός ήταν το δεξί χέρι του Σημίτη). Είναι ταυτόχρονα και αποτέλεσμα των αγώνων που δόθηκαν απέναντι σε αυτές τις αναδιαρθρώσεις, της κινηματικής κουλτούρας που απέκτησαν μέσα από αυτούς τους αγώνες, κουλτούρας σε μεγάλο βαθμό επηρεασμένης από την κουλτούρα του α/α/α χώρου (αυτοοργάνωση, οριζόντιες δομές, αντιπληροφόρηση κτλ.) που ηγεμόνευε όλο και περισσότερο στους νεολαιίστικους αγώνες σε σχέση με την σαπίλα της αριστεράς.

Αυτή η κινηματική κουλτούρα ενώ έχει μεγαλύτερη εμπειρία οργάνωσης σε επίπεδα εκτός του χώρου εργασίας (πανεπιστήμια, γειτονιές, καταλήψεις κτλ.) μόλις την τελευταία 5ετία, αποκτάει εμπειρία από συνδικαλιστικούς αγώνες στον χώρο της παραγωγής, ενώ η εξέγερση του Δεκέμβρη (και οι ελλείψεις της) αποτέλεσε και τον καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη αυτής της τάσης. Η όποια δουλειά βάσης κάνουν οι διάφορες συλλογικότητες αυτής της τάσης αντιμετωπίζει 1002 δυσκολίες, αλλά όπου έχει γίνει με συνέπεια και αποφασιστικότητα, καρποφορεί σιγά-σιγά αποτελέσματα Και είναι αυτή η ίδια η εμπειρία αγώνα που συσσωρεύεται η οποία οδηγεί στην ωρίμανση της τάσης, στην ίδρυση νέων συλλογικοτήτων και στην ενδυνάμωση των παλιότερων. Ταυτόχρονα, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η τάση βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό επίπεδο (κυριολεκτικά): Κάνει τα πρώτα της βήματα, αρχίζει να αρθρώνει κάποιες λέξεις, ψιλοαποκτάει συνείδηση της ύπαρξης της, αλλά αντιμετωπίζει ακόμα τις «παιδικές αρρώστιες» της ιδεολογικής μήτρας του, του α/α/α χώρου: Ανυπομονησία, καταφυγή στον ακτιβισμό, ιδεολογική καθαρότητα, μικρομεγαλισμός, σεχταρισμός, εμμονή στην προτεραιότητα της πολιτικής ταυτότητας έναντι της ταξικής, αδυναμία απεύθυνσης σε άλλους εργαζόμενους που δεν φέρουν τα «επαναστατικά χαρακτηριστικά» των Εξαρχείων.

Η δουλειά βάσης, λοιπόν, που γίνεται έχει ακόμα αρκετά προβληματικά σημεία, γι’ αυτό και μέχρι στιγμής αυτή η τάση εκφράζει μια οικτρή μειοψηφία πολιτικοποιημένων εργαζομένων, την στιγμή που είναι ευδιάκριτο ότι όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι ψάχνουν νέους τρόπους οργάνωσης απέναντι στην επίθεση των αφεντικών. Αυτά τα προβλήματα δεν θα αντιμετωπιστούν με μετωπικά «επαναστατικά» σχήματα που κάνουν πώς δεν τα βλέπουν: Πώς μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση σε κάθε 24ωρο ή 48ώρο πυροτέχνημα των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ όταν η πλειοψηφία των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα δεν μπορεί να απεργήσει; Πώς ζητάμε οργάνωση σε σωματεία βάσης όταν όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αποκτούν μια μη σταθερή και θεσμικά/συνδικαλιστικά ακάλυπτη σχέση με την εργασία τους; Χωρίς συλλογικές συμβάσεις, ποιο το θεσμικό νόημα ύπαρξης των συνδικάτων;  Μπορούν οι συνδικαλιστικές δομές να απαντήσουν στα πρακτικά ζητήματα επιβίωσης που δημιουργεί η ανεργία και η επισφάλεια ή τα θεωρούμε αυτά τα ζητήματα άσχετα με τις δομές μας και τους εργατικούς αγώνες;

Απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα η απάντηση που δίνεται από μια συγκεκριμένη μερίδα αυτής της τάσης είναι η καταφυγή στις οργανωτικές δομές του παραδοσιακού εργατικού κινήματος, απλώς με μαυροκόκκινο πολιτικό πλαίσιο: Σωματείο, συντονισμός σωματείων (όπου όσο και να αυξάνονται οι υπογραφές οι πραγματικοί συμμετέχοντες παραμένουν οι ίδιοι). εργατικό κέντρο, ομοσπονδία, συνέδρια, διακηρύξεις κτλ. Το όλο πρόβλημα παρουσιάζεται ως ιδεολογικό και οργανωτικό πρόβλημα: ότι ως τώρα οι αγώνες των εργαζομένων δεν κατάφερναν και πολλά (που δεν ισχύει), γιατί υπήρχαν οι εργατοπατέρες και ο επίσημος συνδικαλισμός, ενώ αν κυριαρχήσει το μοντέλο των σωματείων βάσης όλα θα προχωρήσουν με ένα μαγικό τρόπο. Την στιγμή που οι παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές οργάνωσης των εργαζομένων αδυνατούν εκ φύσεως να απαντήσουν στα προβλήματα που μπαίνουν από τα νέα χαρακτηριστικά εργασιακής επισφάλειας που αντιμετωπίζουμε, η «μεγαλειώδης» απάντηση που δίνεται από κάποιους είναι να γυρίσουμε στις παλιές και όλο και περισσότερο ξεπερασμένες από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση δομές. Αυτή η απάντηση, πέρα από τ’ ότι απαξιώνει την συνδικαλιστική – κινηματική δουλειά των όλο και περισσότερων συλλογικοτήτων που λειτουργούν με χαρακτηριστικά ανοιχτής συνέλευσης κι όχι θεσμικού σωματείου, μοιάζει πολύ με την λογική του ΠΑΜΕ στο συνδικαλιστικό κίνημα: «Η ΓΣΕΕ είναι ξεπουλημένη, πρέπει να φτιάξουμε μια δικιά μας ΓΣΕΕ που να έχει το σωστό πολιτικό πλαίσιο και η οποία θα οργανώσει τα μέλη του κόμματος και τους φίλους, συμπαθούντες αυτού σε επαναστατική κατεύθυνση»

Η άλλη λογική που εκφράζεται μέσα από τους αγώνες αυτής της τάσης κι όχι από κάποιο συγκροτημένο πόλο, όπως γίνεται με την «λογική ΠΑΜΕ», είναι να δώσουμε χρόνο στα νέα υποκείμενα να οργανωθούν -και θεσμικά αν χρειάζεται αλλά κυρίως κινηματικά-, να ανοίξουν οι δομές τους και να πάψουν να αποτελούν εργατικά παραρτήματα του α/α/α χώρου, να μάθουν από τις αδυναμίες τους και βεβαίως να συντονιστούν σε επίπεδο καθημερινής και αυτόνομης ταξικής πάλης κι όχι μόνο των κεντρικών πολιτικών ραντεβού. Αυτή η λογική πολλές φορές αντιμετωπίζεται ειρωνικά ως «ψυχοθεραπεία» των κινηματιών εργατών που επιλέγουν χρόνια την «δουλειά μυρμηγκιού». Η αλήθεια όμως είναι ότι η «δουλειά μυρμηγκιού» πριν χρόνια δεν είχε τα αποτελέσματα που βλέπουμε ότι καρποφορεί τα τελευταία χρόνια, λόγω της κρίσης και των ζητημάτων που αυτή θέτει. Το να συντονιστούν οι υπάρχουσες δομές σημαίνει επίσης να ψάξουν τους πάμπολλους (αόρατους) εργατικούς αγώνες που ξεσπάνε εδώ κι εκεί, χωρίς το πολιτικό πλαίσιο του α/α/α χώρου (αντιεραρχία, αντιμμε, αντιρατσισμός κτλ.) και να έρθουν σε επαφή μαζί τους, να τους βοηθήσουν να συνδεθούν με τους αγώνες άλλων κλάδων κι όχι να τους καλέσουν σε μια «πανηγυρική συνδιάσκεψη στο Σπόρτινγκ» που θα εγκρίνει το «αυτοοργανωμένο» πολιτικό πλαίσιο. Η αλήθεια, επίσης, είναι ότι μετά την (παταγώδη) αποτυχία της προσπάθειας για συγκρότηση ανοιχτής εργατικής συνέλευσης μετά τον Δεκέμβρη του 2008, δεν έχει υπάρξει καμιά κινηματική προσπάθεια εργατικής δικτύωσης με ανοιχτά χαρακτηριστικά που να προχωράει την υπόθεση μας, με αργά αλλά σταθερά βήματα.

 

Κι ενας «επιτακτικος» επιλογος


Υπάρχει, σίγουρα, και μια εύλογη απορία: «Καλά όλα αυτά τα μακροχρόνια της δουλειάς στην βάση, αλλά εδώ καταρρέει το σύμπαν, διαλύεται η ευρωζώνη, ποινικοποιείται ο συνδικαλισμός, μπαίνουμε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης κι εμείς θα περιμένουμε πότε θα ωριμάσουμε ως νέα υποκείμενα». Αν και δεν πρέπει να απαξιώνουμε ούτε τις κινήσεις των αστρών ούτε τις προφητείες της συντρόφισσας Λίτσας Πατέρα για κατάρρευση του καπιταλισμού μέσα στα επόμενα χρόνια, κάποιοι εξακολουθούμε να πατάμε στην γη και να πιστεύουμε ότι αυτή η κατάρρευση θα έρθει ως αποτέλεσμα της ωρίμανσης των αγώνων της τάξης μας, κάποιοι εκ των οποίων εκφράζονται μέσα από τους χώρους εργασίας, κάποιοι άλλοι εκτός αυτών, στις γειτονιές, στις πλατείες, στις σχολές, στα σχολεία, στα γήπεδα, στους δημόσιους χώρους κτλ. Και αν από τη μια οι αγώνες στους χώρους της μισθωτής εργασίας παραμένουν εξαιρετικά σημαντικοί για οποιαδήποτε προσπάθεια επαναστατικής ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων, από την άλλη δεν πρέπει να υποτιμούμε και τους αγώνες στα πεδία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ιδιαίτερα σε μια συνθήκη με 1,5 εκατομμύρια ανέργους, 50% ανεργία στη νεολαία και αδυναμίας του μεγαλύτερου κομματιού της τάξης να ανταπεξέλθει οικονομικά στις απαιτήσεις της κρίσης

Σε αυτές τις συνθήκες, καλό είναι να είμαστε έτοιμοι για κοινωνικές εκρήξεις που δεν θα εκφράζονται μέσα από τις συνδικαλιστικές διεκδικήσεις. Όμως επειδή κάποιοι/ες θα συνεχίζουν να εργάζονται για να συνεχίσει να υπάρχει το κεφάλαιο, ένα επιτακτικό ζήτημα που μπαίνει είναι να συνδεθούν οι δομές ταξικής οργάνωσης στους χώρους εργασία με τις ευρύτερες εξεγερσιακές διαδικασίες που εκτυλίσσονται εκτός αυτών. Δεν μιλάμε για σενάρια επιστημονικής φαντασίας, αλλά για πραγματικότητες που διαφαίνονται ήδη στους εν εξέλιξη ταξικούς αγώνες στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες: Στο Οκλαντ των ΗΠΑ ήταν μέσω αυτής της σύνδεσης των εκεί «αγανακτισμένων» με κινήσεις σε εργασιακούς χώρους (μέσω απόφασης λαϊκής συνέλευσης κι όχι των παρηκμασμένων συνδικαλιστικών ομοσπονδιών) που προσπαθήθηκε και πραγματοποιήθηκε (με σχετική επιτυχία) 24ωρη γενική απεργία στην πόλη και μπλοκάρισμα της παραγωγής. Εδώ στην Ελλάδα, οι υπάρχουσες συνδικαλιστικές δομές δείχνουν ότι μπορούν να προσφέρουν πολλά στην οργάνωση της μαζικής άρνησης πληρωμών των «χαράτσιων» και στις κινήσεις αυτομείωσης και οργάνωσης των ανέργων. Η λογική «άλλο οι πλατείες, άλλο οι χώροι εργασίας» εκφράζει μια παλαιού τύπου εργατίστικη αντίληψη, που φαντασιώνεται την ύπαρξη μιας βιομηχανικής εργατικής τάξης σαν αυτή των αρχών του 20ου αιώνα.

Εντέλει, μπορεί ο καπιταλισμός να σαπίζει αλλά έχει ταυτόχρονα την δυνατότητα να αναβάλλει τον θάνατο του στο διηνεκές, όσο εμείς δεν είμαστε έτοιμοι να τον αποτελειώσουμε. Ανάμεσα στον παλιό κόσμο που πεθαίνει και στον καινούριο που προσπαθεί να γεννηθεί ισχύει ότι θα δούμε σημεία και τέρατα και έναν μεγάλο παγκόσμιο ταξικό πόλεμο. Τα όπλα όμως που θα χρησιμοποιήσουμε δεν πρέπει να προέρχονται από το οπλοστάσιο του παλιού κόσμου.

Πρωτοδημοσιεύθηκε στις 16 Νοεμβρίου 2011 εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου