Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Καριερίστες στα... οδοφράγματα



Το κάτι παραπάνω από ενδιαφέρον κείμενο αυτό πιάνει μια σειρά από ζητήματα γύρω από την ταξική σύνθεση των εργαζόμενων στο σύγχρονο μεταφορντικό/κοινωνικό πανεπιστήμιο (από εδώ και πέρα Πανεπιστήμιο Α.Ε.), που δυστυχώς απέχουν a million miles away από τις ταξικές – κινηματικές απαντήσεις που δίνουν τα ίδια υποκείμενα εντός αυτού (π.χ. πρόσφατες φοιτητικές καταλήψεις).

Αυτό όμως αναγνωρίζεται κι ως το πιο ενδιαφέρον διακύβευμα: αν είναι να οργανωθούν συλλογικά αυτές οι απαντήσεις, αυτές θα προκύπτουν από τις ίδιες τις εργασιακές εμπειρίες των εργαζόμενων στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. και θα πηγάζουν από τις ήδη υπαρκτές μοριακές εμπειρίες άρνησης που σκιαγραφούνται κι από τον σύντροφο Συμεών Βάταλο. Σίγουρα, όμως, οι σύγχρονες εργατικές απαντήσεις στην Πανεπιστήμιο Α.Ε. δεν θα έχουν σχέση με τις εκτός τόπου και χρόνου πολιτικές κατευθύνσεις της φοιτητικής αριστεράς (πτυχία με αξία, μόνιμη και σταθερή εργασία), αλλά ούτε και με μαγικές απαντήσεις που εν είδη τσιτάτου πολλές φορές δίνουμε τα ριζοσπαστικά υποκείμενα για να καλύψουμε το κενό μεταξύ της ταξικής πραγματικότητας και της αριστερής αερολογίας (π.χ. κοινωνικός μισθός), χωρίς να παρακολουθούμε την ίδια τη συγκρότηση των υποκειμένων σε αγωνιστικές κοινότητες οι οποίες διαμορφώνουν συνείδηση της κατάστασης τους τόσο κεντράροντας στους σωστούς στόχους, όσο και γνωρίζοντας τις αντιφάσεις τους.

Τι εννοώ; Μια απάντηση σε αυτή τη κατεύθυνση δόθηκε πρώτη φορά από κάποιες φοιτητικές μειοψηφίες στο φοιτητικό κίνημα του 2006-2007. Ξεκινώντας από την ίδια την εργασιακή εμπειρία του φοιτητή που δουλεύει ως «πρακτικάριος», δηλαδή απλήρωτος/κακοπληρωμένος σε θέσεις εργασίας επιχειρήσεων που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες «λάντζας» του τριτογενούς τομέα, έβαλαν το ζήτημα της κανονικής αμοιβής που αντιστοιχεί σε εργαζόμενους κι όχι σε μαθητευόμενους. Αυτή ήταν μια κίνηση με μεγαλύτερο κινηματικό αντίκτυπο απ’ ότι αναλογούσε σε μια μειοψηφία ενός πλειοψηφικά παρελθοντολογικού κινήματος, επειδή ακριβώς κέντραρε στο «μάτι του ταύρου» της Πανεπιστήμιο Α.Ε.: της ιδεολογίας ότι τα πρώτα χρόνια χρειάζεται να εργαστείς μόνος σου, καλύπτοντας εσύ (κι η οικογένεια σου) τα έξοδα επιβίωσης σου, σαν φοιτητής/επιχειρηματίας που αν έχει την «καλή ιδέα», τη «δημιουργικότητα» και το «καινοτόμο πνεύμα» που χρειάζεται, αυτά θα αναγνωριστούν στο μέλλον ως μια συσσώρευση εργασιακής εμπειρίας στο ατομικό βιογραφικό/προφίλ ή πτυχίο νέου τύπου (αυτό με τις πιστωτικές μονάδες) που θα έχεις δημιουργήσει.

Μια πρώτη προσέγγιση ότι όλα αυτά αποτελούν στην ουσία άμισθη εργασία και πλήρη μεταφορά του κόστους διαμόρφωσης και αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης στις τσέπες των ίδιων των νέων εργαζομένων, δόθηκε, λοιπόν, από τότε και έβαλε τα πρώτα εργασιακά αναχώματα, σε επίπεδο προπτυχιακών φοιτητών, στα ιδεολογήματα της Πανεπιστήμιο Α.Ε., χωρίς όμως να αρκεί αυτό από μόνο του για μια κινηματική διεύρυνση και ωρίμανση σε επίπεδο αγώνων του ζητήματος. Γιατί π.χ. δεν είναι μόνο η φοιτητική «ψευδή συνείδηση», αλλά η ίδια η πραγματικότητα κάθε εργαζόμενου που αναζητώντας να γαντζωθεί σε μια θέση εργασίας τα πρώτα χρόνια καταπιέζει τις αρνήσεις του, προσπαθώντας να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας, τη μόνη δύναμη που μπορεί να τον διασφαλίσει απέναντι στην εργοδοτική απειλή. Όμως, για να γίνει μέλος της εργασιακής κοινότητας πρέπει να κατακτήσει μια σταθερή θέση εργασίας και για να την κατακτήσει πρέπει να παράξει κάτι παραπάνω από αυτό που απαιτεί η επισφαλής θέση του. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, ειδικά (δηλαδή μεταφορντιστικά) διαμορφωμένο για να εκτοπίζει τις εργασιακές αρνήσεις πριν ακόμα αυτές δημιουργηθούν. Και απέναντι σε αυτόν (σι-του) αφορισμοί του στυλ «είναι και πολύ χολέρα όποιος κυνηγά καριέρα» (από «ντούρες προλετάριες» που κάνουν 10 χρόνια να πάρουν το πτυχίο τους, μιας και ασχολούνται κυρίως με το να βρίζουν τους συμφοιτητές τους), περισσότερη σύγχυση δημιουργούν από αυτή που αντιμετωπίζουν.

Οι εργατικές αρνήσεις παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, καλά κρυμμένες πίσω από το χαμογελαστό πέπλο της επιχείρησης, όπου «όλοι είμαστε μια οικογένεια». Οι «γκρινιάρηδες» που αποπέμπονται («γιατί δεν ταιριάζουν με το πνεύμα της επιχείρησης») αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου αυτών. Στη βάση του πολύ πιθανόν να ανακαλύψουμε μια νοσταλγία του ίδιου του υποκειμένου για το προηγούμενο καθεστώς παραγωγής (φορντισμός), όπου οι απαιτήσεις ήταν πιο απλές (εντολή-εκτέλεση), αμείβονταν όσο αμείβονταν και δεν απαιτούσαν παραπάνω φαιά ουσία κι άγχος για «καινοτομίες» και «δημιουργικότητα» (μπορούμε να κωδικοποιήσουμε την αντίδραση κι ως «γαμώ το ’68 μου, γαμώ»). Αυτή η νοσταλγική αντίδραση μπορεί να γειωθεί στην «διακριτική» απαίτηση για συγκεκριμενοποίηση των καθηκόντων που απαιτούνται, χωρίς σε καμία περίπτωση να δοθεί η εντύπωση ότι ο εργαζόμενος βαριέται να δουλέψει… Αλλιώς η «φορντιστική νοσταλγία» καταλήγει μια φαντασιακή υπεκφυγή, αφού οι περισσότερες δουλειές σήμερα απαιτούν πολλά παραπάνω από την απλή εκτέλεση εντολών. Ναι κι όμως, παρά το φαντασιακό πολλών «χωρικών» για το σύγχρονο «ανειδίκευτο» προλεταριάτο που εξαντλείται στη φιγούρα του κούριερ και του σερβιτόρου, κι αυτοί/ες ακόμα, αν δεν χαμογελάνε στον πελάτη ή δεν επιδείξουν ευδιαθεσία και επιχειρηματικό πνεύμα, δύσκολα θα στεριώσουν στο κουρμπέτι. Όσο για τις καθαρίστριες, όσοι είχαμε την εμπειρία να τις συναντήσουμε εκείνους τους πρώτους μήνες του 2009 (και στους αγώνες που ακολούθησαν), θυμόμαστε πολύ καλά τα λόγια τους «εμείς παιδάκι μου δουλεύουμε για 500-600 ευρώ γιατί θέλουμε τα παιδιά μας να σπουδάσουν σαν κι εσάς». «Εμάς» που επίσης παίρναμε 500-600 ευρώ, αλλά έχουμε ψυχολογικά προβλήματα λόγω ακριβώς της συμβολικής αξίας που φέρουν οι σπουδές μας.

Μήπως όμως, αντί να νοσταλγούμε το παρελθόν, μπορούμε να εκφράσουμε καλύτερα τις εργατικές αρνήσεις μέσα από τα «καριερίστικα» εργαλεία του παρόντος; Ας πάρουμε για παράδειγμα το τρισκατάρατο Facebook. Είτε το θέλουμε είτε όχι, το ιντερνετικό προφίλ και η κοινωνική δικτύωση αποτελούν πλέον τυπικές ή άτυπες απαιτήσεις των αφεντικών σε τέτοιες θέσεις εργασίας (στη Πανεπιστήμιο Α.Ε. κι εκτός αυτής). Έτσι δημιουργείται μια κατάσταση όπου ουσιαστικά δουλεύεις κι όταν ακόμα δε δουλεύεις, προσπαθώντας να συντηρήσεις το απαιτούμενο εργασιακό προφίλ, και (πιστέψτε με!) το κάνεις ακόμα κι αν έχεις εντρυφήσει σε όλη την καταστασιακή βιβλιογραφία για τον «κόσμο του θεάματος». Ταυτόχρονα όμως η κοινωνική δικτύωση αποτελεί το νο1 όπλο των γνωσιακών/πληροφοριακών εργατών για να λουφάρουν συνεχώς εν ώρα εργασίας, κοινωνικοποιούμενοι με (μακρινούς και κοντινούς) συναδελφους τους και ταυτόχρονα ρίχνοντας τον ρυθμό της απαιτούμενης παραγωγικότητας. Όπως μάλιστα δείχνει η διεθνή κινηματική εμπειρία του τρέχοντος έτος, αυτό το διαλομηχάνημα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αποτέλεσε και το νο1 όπλο συντονισμού αυτών των υποκειμένων για να συναντηθούν πέρα από τον κόσμο του ίντερνετ, σε πλατείες και δρόμους, και να ταρακουνήσουν για άλλη μια φορά το σύμπαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου