Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

32.000/750 (τριανταδύο χιλιάδες δια εφτακόσια πενήντα)

Και οι Ινδοί δηλαδή πώς νομίζεις ότι τα κατάφεραν; Ε;

Πριν δυο εβδομάδες έβγαλε προκήρυξη η OTEPLUS για 750 θέσεις εργασίας στα τηλεφωνικά κέντρα του ΟΤΕ. Άφησε 3-4 μέρες μόνο προθεσμία για να σταλούν ιντερνετικά οι αιτήσεις όσων ενδιαφέρονταν κι είχαν απολυτήριο λυκείου ή πτυχίο και εκπληρωμένες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Εστάλησαν 32.000 περίπου αιτήσεις. Σα να λέμε για 3 θέσεις εργασίας να διαγωνιστούν 128 υποψήφιοι. Για μια θέση 43 περίπου άτομα.Σα να λέμε οι μαθητές δυο σχολικών τάξεων να ανταγωνίζονται για τη θέση του σημαιοφόρου τηλεφωνητή.
 
Από τότε που το έμαθα έχω σκαλώσει. Δηλαδή θα υπάρξουν 750 τυχεροί που θα βγάζουν 500 ευρώ γινόμενοι/ες ανθρώπινο εξάρτημα του τηλεφωνικού δικτύου του ΟΤΕ, στους οποίους θα αντιστοιχούν άλλοι 31.250 άνεργοι/ες. Έχω μια έντονη πεποίθηση ότι θα συνεχίσω να υπάγομαι στη δεύτερη κατηγορία, αφού υποψιάζομαι ότι πλέον στα τηλεφωνικά κέντρα θα εργάζονται οι αριστούχοι του 19-20 στο λύκειο, που τέλειωσαν σε 4 χρόνια τη σχολή, πήραν με Α το Lower και έχουν δυο χρόνια προϋπηρεσίας ως τηλεφωνητές. Και εγώ δεν έχω καταφέρει τίποτα από τα τέσσερα. Μήπως τελικά γίνομαι ζηλιάρης απέναντι στους εργαζόμενους, μη βοηθώντας την προλεταριακή τους συμμαχία με τους άνεργους;

Προσπαθώ ακόμα να σκέφτομαι θετικά. Π.χ. ότι αφού υπάρχουν άλλοι 33.400 νέοι/ες στην ίδια πάνω κάτω κατάσταση με εμένα, μάλλον δε φταίω εγώ που στα 28 μου καταφεύγω ακόμα στο μηνιάτικο του οικογενειακού κράτους-πρόνοιας. Και χρειαζόταν η OTEPLUS για να το καταλάβω; Όχι, αλλά καλό είναι που μου το υπενθυμίζει, γιατί όπως είπαμε βλέπω τους φίλους που ξεπατώνονται για 480 με 580 ευρώ το μήνα και τους ζηλεύω που πληρώνουν μόνοι τους τα έξοδα επιβίωσης τους. Εκεί που σκέφτομαι τι πήγε λάθος με τη περίπτωση μου και δεν μπορώ να γευθώ κι εγώ τις χαρές της μισθωτής σκλαβιάς, τσουκ έρχεται η OTEPLUS και μου λέει "για χαλάρωσε μεγάλε, νομίζεις μόνο εσύ είσαι ο μεγάλος Looser, υπάρχουν τουλάχιστον άλλοι 31.250 χαμένοι και χαμένες σαν εσένα".

Άλλη θετική σκέψη είναι ότι για να βρεθούν τόσες δεκάδες χιλιάδες υποψήφιοι, ενεργοποιήθηκαν δίκτυα αλληλεγγύης των άνεργων/επισφαλών. Εγώ το έμαθα από μια συντρόφισσα, μου το είπαν και άλλοι 2-3 φίλοι το μετέφερα κι εγώ σε άλλους τόσους. Και τι σημασία έχει; Ότι όταν σκοτώνεσαι για μια θέση εργασίας και ταυτόχρονα το λες σε άλλους 10, ότι η αλληλεγγύη είναι η αόρατη δύναμη που κινεί, τόσα πλήθη. Αν μεγεθύνω τη θετική σκέψη, φαντάζομαι τι θα μπορούσαν να κάνουν 31.250 άνεργοι αλληλέγγυοι/ες μεταξύ τους. Αρχίζω να ονειρεύομαι δηλαδή. Τι να κάνεις, κάπως πρέπει να περάσει η ώρα στο σπίτι τα κωλοΧριστούγεννα.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Δεκεμβριανά έθιμα


 (Το παρακάτω κείμενο είχε γραφτεί ένα χρόνο μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη, για ένα έντυπο που τελικά δεν κυκλοφόρησε.)


Στις 6 Δεκέμβρη, σύμφωνα με την χριστιανική παράδοση πολλών ευρωπαϊκών χωρών, ο Άγιος Νικόλαος (Saint Nickolas ή Santa Claus σύμφωνα με μια νεοϋρκεζικη παράφραση), κατεβαίνει στην Γη, φορώντας την επισκοπική του στολή, με σκοπό να δώσει δώρα στα παιδιά που ήταν «καλά» την προηγούμενη χρονιά. «Καλά» σύμφωνα με την χριστιανική (=προτεσταντική=καπιταλιστική) παράδοση είναι τα παιδιά που διάβασαν σκληρά για το σχολείο, το φροντιστήριο, τις ξένες γλώσσες, συνέχισαν την επίπονη μελέτη στο ΙΕΚ, στο πανεπιστήμιο, στο μεταπτυχιακό, στο κολέγιο, στο διδακτορικό κι αφού εμπέδωσαν από μικρά ότι «τα αγαθά κόποις κτώνται» συνέχισαν να δουλεύουν σκληρά στην εργασιακή μαθητεία, στην πρακτική άσκηση, στα stage, στο ωρομίσθιο, στην 6μηνη σύμβαση, στο τηλεφωνικό κέντρο, στο μπαρ, στην πιτσαρία, σε ένα γραφείο 8 ώρες πίσω από μια οθόνη. Τα «καλά» παιδιά λοιπόν υπόκεινται όλα αυτά τα βάσανα επειδή προσμένουν τα δώρα του Άγιου Νικολάου/Santa Claus, και σίγουρα αυτά δεν περιορίζονται στις καραμελίτσες και τα σοκολατάκια, αλλά έχουν να κάνουν με video games, lap top, κινητά τηλέφωνα, κάμερες, ρούχα, κοσμήματα κι υπόλοιπα χριστιανικά εμπορεύματα.

Σε κάποιες κεντροευρωπαϊκές χώρες, το συγκεκριμένο έθιμο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη παραλλαγή: ο Άγιος Νικόλαος ο χριστιανός Επίσκοπος και «προστάτης των παιδιών», παρουσιάζεται με δυο συνοδούς, σα να λέμε με διπλή όψη: Από τη μια είναι ένας καλός Άγγελος που προσπαθεί να ανταμείψει τα «καλά παιδιά», από την άλλη μια σατανική μορφή εν ονόματι «Krampus», που με κέρατα στο κεφάλι, μάσκα στο πρόσωπο και ένα ρόπαλο στο χέρια κυνηγάει και τρομοκρατεί τα «κακά παιδιά». «Κακά», σύμφωνα με την ίδια παράδοση είναι τα παιδιά που όλη μέρα παίζουν στους δρόμους αντί να διαβάζουν σκληρά, φωνάζουν και αντιμιλάνε αντί να το βουλώσουν και να ακούσουν τους μεγαλύτερους, κάνουν καταλήψεις για να χάσουν μάθημα, πίνουν, καπνίζουν, κάνουν κακές παρέες και εντέλει καταλήγουν να «αράζουν» στα πεζοδρόμια των Εξαρχείων. Αυτά τα παιδιά, από την στιγμή που δεν δουλεύουν, δεν τα περιμένουν δώρα και σοκολατίτσες αλλά ξύλο και τιμωρία, αν και υποστηρίζεται ότι ο καλός Θεούλης θα βρει τρόπο να τα φέρει στον «σωστό» τον δρόμο (έστω την πλειοψηφία απ’ αυτών, γιατί αλλιώς δεν θα είχε νόημα ύπαρξης η κόλαση, που στην παρούσα ζωή ονομάζεται φυλακή). Πολλά «κακά παιδιά», που στην Ελλάδα θα τους λέγαμε «κουκουλοφόρους», έχουν την συνήθεια στις 6 Δεκέμβρη να μεταμφιέζονται σε «Krampus» και να παρενοχλούν τους φιλήσυχους πολίτες που θέλουν να συνδυάσουν τα χριστουγεννιάτικα έθιμα με τα ψώνια τους.

Στις 6 Δεκέμβρη του 2008, στην Ελλάδα, με αρχικό τόπο τα Εξάρχεια, εκτυλίχθηκε άλλη μια ενδιαφέρουσα τροποποίηση των συγκεκριμένων εθίμων. ΄Ενας γήινος Επίσκοπος του Θεού-Κράτους που είχε σκοπό την αξιολόγηση των παιδιών σε «καλά» και «κακά», «μπερδεύτηκε» κι έδωσε σε ένα παιδί που η κοινωνία το θεωρεί «καλό» (κι ας παραφέρεται κι ας συχνάζει σε κακά μέρη) δώρο μια σφαίρα στην καρδιά. Ήδη τα τελευταία χρόνια είχαν αρχίσει να πληθαίνουν τα «καλά» παιδιά που γίνονταν «κακά», με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται είναι η αλήθεια το χριστιανικό έργο του διαχωρισμού μέσω της τιμωρίας/ανταμοιβής.

Δεν φταίνε μόνο τα παιδιά γι’ αυτό, ο ίδιος ο καλός Θεούλης –Κράτος έχει αρχίσει να τα κάνει σκατά (λένε ότι έχει πάθει κρίση). Τα δώρα που έδινε στα «καλά» παιδιά με την μορφή του μισθού τα τελευταία χρόνια, έφταναν μεν για να αγοράσουν καραμελίτσες και σοκολατάκια, αλλά όχι video games και lap top. Για να μην μείνουν απούλητα αυτά, τα «καλά παιδιά» όλο και περισσότερο δανείζονταν από τους γονείς και οι γονείς όλο και πιο συχνά δανείζονταν από τις τράπεζες. Έτσι το χριστουγεννιάτικο παραμύθι με τα «καλά παιδιά» και τα δώρα τους μπορούσε να συνεχιστεί, με λίγα λεξοτανιλ και προζακ παραπάνω. Ακόμα κι ένας ψυχολογικός πανικός που έπαθαν οι τράπεζες παγκόσμια, μήπως πρέπει να παραδεχτούν ότι η ιστορία με τα δάνεια είναι ένα παραμύθι με λεφτά χωρίς αξία (δηλαδή εργασία) και με άσχημο τέλος, ψιλόξεχάστηκε από την στιγμή που οι τράπεζες δανείστηκαν πάμπολλα λεφτά από τον παγκόσμιο και απέραντο Θεό – Κράτος, του οποίου την φερεγγυότητα  κανείς δεν δύναται ν’ αμφισβητήσει (γιατί αλλιώς θα καταρρεύσει ο καπιταλιστικός κόσμος). Έτσι η πίστη, πάνω στην οποία στηρίζεται η θρησκεία της οικονομίας, αποκαταστάθηκε, οι τράπεζες άρχιζαν πάλι να ψάχνουν θηράματα για αυτό που λένε δανεισμό και τα θηράματα άρχιζαν πάλι να καταναλώνουν• λίγο πιο διστακτικά είναι η αλήθεια, αλλά χωρίς σε καμία περίπτωση να αμφισβητούν αυτά που υπόσχεται (και εκτυπώνει) ο Θεός-Κράτος.

Το χριστουγεννιάτικο παραμύθι μπορεί να συνεχίζεται (για πόσο ακόμα;) για τους γονείς και τα «καλά παιδιά» που δουλεύουν σκληρά, αμείβονται φθηνά και δανείζονται χοντρά, όμως πέρυσι τον Δεκέμβρη φάνηκε ότι είναι πάρα, μα πάρα πολλά τα «κακά παιδιά», είναι τόσα ώστε να δημιουργούν πρόβλημα στην ομαλή διήγηση του παραμυθιού: Έχουμε και λέμε: Αντί για δώρο, ένας υπάλληλος του Θεού-Κράτους κάνει ένα «λάθος» και δίνει μια σφαίρα στην καρδιά ενός παιδιού που οι γονείς λένε ότι είναι «καλό». Σχεδόν όλα τα «καλά» και «κακά» παιδιά αυτής της χώρας εξοργίζονται, βγαίνουν στους δρόμους και αρχίζουν αντί για ευχητήριες κάρτες να στέλνουν πέτρες και φωτιά στους υπαλλήλους του κράτους, ενώ ταυτόχρονα αρχίζουν να σπάνε τις βιτρίνες και να παίρνουν μόνα τους τα δώρα που τους υπόσχεται ο (καπιταλιστής) Santa Claus. Φτάνουν μέχρι και σε σημείο να καίνε το χριστουγεννιάτικο δέντρο, σύμβολο του καταναλωτικού παραμυθιού. Όλα αυτά όμως δεν είναι παραμύθι, είναι εξέγερση.

Όπως δεν είναι παραμύθι, το γεγονός ότι μαζί με τα παιδιά κατέβηκαν στους δρόμους και κάποιοι (δυστυχώς λίγοι) εργαζόμενοι γονείς που επίσης εργάζονται σκληρά και όχι μόνο δεν τους δίνουν δώρα κι επιδόματα, αλλά τους κλέβουν συνεχώς από τον μισθό τους, μέσω της ελαστικοποίησης της εργασίας. Ενίοτε, ιδιαίτερα αν πρόκειται για μετανάστριες που αντιστέκονται, παίρνουν ως δώρο βιτριόλι στο πρόσωπο. Μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 το καπιταλιστικό παραμύθι «μπάζει από παντού», κι ο Θεός – Κράτος πρέπει να πάρει κάποια μέτρα ενάντια σε αυτήν την ζοφερή κατάσταση, αν θέλει να λογίζεται ως παντοδύναμος: Πρώτα κάνει μια υποχώρηση, και δέχεται ότι και τα «καλά» παιδιά μπορεί μερικές φορές να μετατρέπονται σε «κακά» (να πηγαίνουν στα Εξάρχεια, να φοράνε κουκούλες και να πετάνε πέτρες στα αστυνομικά τμήματα), αλλά ακόμα κι έτσι αυτά τα παιδιά δεν έχουν καμία σχέση με τα κατεξοχήν «κακά» παιδιά: τους «χούλιγκαν/κουκουλοφόρους» και τους μετανάστες που κλέβουν τα δώρα τους αντί να περιμένουν να τα αγοράσουν με σκληρή δουλειά και δάνεια. Έπειτα, δέχεται ότι πολλά «καλά παιδιά» κάνουν «κακές παρέες», όμως υποστηρίζει ότι αυτό είναι πολύ ανησυχητικό, γιατί αυτές οι σκοτεινές παρέες από «χούλιγκαν και ταραξίες», εκμεταλλεύονται την «αθωότητα» των παιδιών και τους οδηγούν σιγά σιγά στο «έγκλημα», την «ανομία», τις «ληστείες» και εντέλει την «τρομοκρατία».

Το παραμύθι ξαναστήνεται, έχοντας πάρει, προσωρινά(;), μια δυσάρεστη και τρομοκρατική τροπή, όπου για να «ζήσουμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα» πρέπει να (ξανα)εμπιστευθούμε το κράτος.και τους υπηρέτες του. Το κράτος από την άλλη άλλαξε ρούχα και φόρεσε την «αγγελική» του όψη. Οι κυβερνώντες αυτοαποκαλούνται «αντιεξουσιαστές» και οι αστυνομικοί «προστάτες του πολίτη». Βέβαια, ο καλοκάγαθος επίσκοπος Άγιος Νικόλαος/Santa Claus συνεχίζει να συνοδεύεται από σατανικούς «Krampus», πολλοί από τους οποίους είναι πλέον μηχανοκίνητοι, για να μπορούν να εντοπίζουν και να ξυλοκοπούν πιο γρήγορα τους μετανάστες και τα «κακά παιδιά», ενώ άλλοι εισβάλλουν κουκουλωμένοι σε σπίτια που στο παραμύθι ονομάζονται «γιάφκες» και φυλακίζουν παιδιά που ονομάζονται πλέον «τρομοκράτες».

Η πραγματική ιστορία των ανθρωπίνων κοινωνιών, παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ένα χριστιανικό παραμύθι, δεν είναι μια μάχη μεταξύ «κακών» που συνωμοτούν εναντίον της κοινωνίας και «καλών» που την προστατεύουν. Η ιστορία συνεχίζει να γράφεται από τους κοινωνικούς/ταξικούς αγώνες ενάντια στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, από τις εξεγέρσεις των κοινοτήτων των εκμεταλλευομένων προλετάριων ενάντια στην αλλοτρίωση των εμπορευματικών σχέσεων. Ένα χρόνο μετά την έκρηξη του Δεκέμβρη, μπορεί το παραμύθι του Θεάματος και η κατασταλτική τακτική της μηδενικής ανοχής να ανασυγκροτούνται, όμως ούτε η μιντιακή προπαγάνδα, ούτε η αστυνομοκρατία φαίνονται ικανές λύσεις για να αναπαραχθεί ένα σύστημα, ευρισκόμενο σε δομική κρίση (κοινωνική, περιβαλλοντική, πολιτιστική, οικονομική, πολιτική). Ένα χρόνο μετά, η κοινωνική κρίση που οδήγησε στην εξέγερση όχι απλά συνεχίζει να υφίσταται, αλλά παίρνει όλο και πιο πολωτικές μορφές που αποκλείουν οποιαδήποτε δυνατότητα συστημικής διαμεσολάβησης και ενσωμάτωσης.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, που εκτείνονται χρονικά πέρα από έθιμα και επετείους, η εξέγερση του Δεκέμβρη κι όλα όσα την ακολούθησαν παραμένουν περισσότερο ένα ερώτημα παρά μια απάντηση. Οι εξεγερμένοι/ες, όντας ειλικρινείς με τον εαυτό τους και την ιστορία, δεν ισχυρίστηκαν ότι  κατέχουν τις επαναστατικές απαντήσεις για την έξοδο από την καπιταλιστική κρίση, αλλά έθεσαν με ευθύ και δυναμικό τρόπο πάμπολλες επαναστατικές ερωτήσεις: Πώς μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ζωές μας ενάντια στην μίζερη και επισφαλή επιβίωση που μας επιβάλλεται ως συνθήκη; Πώς μπορούμε να οργανώσουμε τον αγώνα μας χωρίς την καθοδήγηση απαξιωμένων κοινωνικά διαμεσολαβητικών οργανισμών, όπως τα κόμματα και τα συνδικάτα; Σε ποιο βαθμό είναι δυνατόν να οργανωθούμε σε κοινότητες εξεγερμένων, ξεπερνώντας υπαρκτούς διαχωρισμούς που μας περιορίζουν στα πλαίσια μερικών κοινωνικών και πολιτικών ταυτοτήτων; Αφού κάψουμε, καταστρέψουμε και λεηλατήσουμε ένα μητροπολιτικό κέντρο τι κάνουμε μετά; Πώς θα γίνει το μπλοκάρισμα της εμπορευματικής και καταναλωτικής κανονικότητας να επεκταθεί στο εργασιακό έδαφος, στον παραγωγικό τομέα;

Όσο οι πρακτικές ερωτήσεις του Δεκέμβρη βαθαίνουν, τόσο ξεφτίζουν κι οι έτοιμες απαντήσεις των ιδεολογιών. Πολλά από τα (μετα)δεκεμβριανά εγχειρήματα  δεν κατάφεραν να προχωρήσουν κάτω από το βάρος αυτών των ερωτήσεων (ιδιαίτερα της τελευταίας). Η σταδιακή παλινόρθωση της εμπορευματικής κανονικότητας συνοδεύτηκε από την παλινόρθωση παλιών, αδιέξοδων ιδεολογιών και πρακτικών. Τα δυο βήματα πίσω που ακολουθούν το μπροστινό βήμα κάθε εξέγερσης, κάθε σύγκρουσης, απογοήτευσαν κάποιους/ες από τους/τις εξεγερμενους/ες, που δεν έκαναν ότι έκαναν για να αποκτήσουμε άλλη μια επέτειο επαναστατικών αναμνήσεων, πλάι σε αυτήν του Νοέμβρη. 
Τέλος, αν ο «Δεκέμβρης» ισχυρίστηκε κάτι επαναστατικό, ήταν πως «δεν είπαμε ακόμα την τελευταία λέξη» και πως «είμαστε μια εικόνα από το μέλλον». Σίγουρα έχουμε πολλά να πούμε ακόμα, ενώ το μέλλον το διαμορφώνουμε εμείς, σε κάθε μικρή ή μεγάλη στιγμή αγώνα, τώρα.

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Όταν κάποιοι επισφαλείς οργανώνονται - ο αγώνας των απογραφέων/τομεαρχών


Χρειάστηκε τελικά μισός χρόνος για να πάρουν κάποιοι από τους δεκάδες χιλιάδες νέους/ες που εργάστηκαν στις γενικές απογραφές πληθυσμού του Μαΐου 2011 τα δεδουλευμένα που τους χρωστούσε το ελληνικό κράτος, μέσω της «ανεξάρτητης αρχής» της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛ.ΣΤΑΤ.). Στα τέλη Νοέμβρη πληρώθηκε το μεγαλύτερο κομμάτι των απογραφέων/τομεαρχών του Λεκανοπεδίου και της Θεσσαλονίκης κι ένα κομμάτι των συναδέλφων στην επαρχία. Για τους υπολοίπους η Ελ.ΣΤΑΤ. έχει δεσμευθεί για τη πληρωμή τους μέχρι το τέλος Δεκέμβρη. Με τα δεδομένα ότι το συνολικό κονδύλιο, ύψους 44.000.000 ευρώ είναι προπληρωμένο από την Ε.Ε. στον προϋπολογισμό του 2011 κι ότι η επίσημη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους θα καθυστερήσει κάμποσο ακόμα (θα δοθεί η πολυπόθητη 6η δόση), άποψη του γράφοντος είναι ότι το σύνολο των εργαζομένων στις απογραφές τελικά θα πληρωθεί τα δεδουλευμένα του. Τα κομμάτια που πληρώθηκαν πρώτα είναι αυτά που επέδειξαν την πιο αγωνιστική στάση το προηγούμενο διάστημα, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει τη συσχέτιση του αγώνα που δόθηκε με τον πρακτικό στόχο της πληρωμής, καθώς κι ότι σε περίπτωση που η ΕΛ.ΣΤΑΤ. αθετήσει για άλλη μια φορά τις υποσχέσεις της, θα βρεθεί αντιμέτωπη με την συναδελφική αλληλεγγύη που κατοχυρώθηκε το προηγούμενο διάστημα.

Οπότε μπορεί και χρειάζεται να ξεκινήσει μια διαδικασία κινηματικού απολογισμού αυτού του σημαντικού κι εντέλει νικηφόρου αγώνα που δόθηκε από ένα μικρό κομμάτι του σύγχρονου νεανικού προλεταριάτου μέσα στο ζοφερό τοπίο της καπιταλιστικής κρίσης. «Νικηφόρου»; Χρειάζεται άραγε αυτός ο αισιόδοξος προσδιορισμός στον αγώνα που δόθηκε από λίγους εκατοντάδες άνεργους/ες, επισφαλώς εργαζόμενους/ες, φοιτητές/τριες ανά την Ελλάδα κι είχε ως βασικό στόχο κάτι που θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητο; Το να πληρώνεσαι στην ώρα σου κι εξ’ ολοκλήρου το ποσό που είχες συμφωνήσει με τον εργοδότη; Ναι χρειάζεται για διάφορους λόγους. Καταρχήν, γιατί αυτό το «αυτονόητο», αποτελεί ζητούμενο τον τελευταίο χρόνο (τουλάχιστον) για διάφορες κατηγορίες και κλάδους εργαζομένων του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, που βλέπουν να εξελίσσεται μια ανεπίσημη αλλά γενικευμένη στάση πληρωμών του ελληνικού κράτους και των αφεντικών σε μισθούς και συντάξεις. Έπειτα, γιατί η εξαπάτηση, η τζάμπα, «μαύρη» εργασία, η κοροϊδία (με την κυριολεκτική έννοια της λέξης) από τα αφεντικά αποτελεί ένα ατομικό βίωμα για πολλούς/ες από εμάς που απασχολούμαστε σε προσωρινές και ελαστικές εργασίες, σαν αυτή των απογραφών. Και το είχαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας από τον Μάιο, ότι υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο να μας «φάνε» τα λεφτά. Αυτό που δεν περίμενε κι ο πιο υποψιασμένος και «κινηματίας» (και αποδείχθηκε ότι ήμασταν πολλοί αυτοί που δουλέψαμε στις απογραφές και είμαστε κομμάτι του ανταγωνιστικού κινήματος, ενδιαφέρον δεδομένο για την ταξική τού σύνθεση) ήταν να οργανωθούμε σε οριζόντιες κι αυτοοργανωμένες συνελεύσεις που θα συντονίζονταν πανελλαδικά σε συγκεντρώσεις και καταλήψεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ.! Οπότε ναι, δώσαμε έναν νικηφόρο αγώνα. Γιατί όταν ξεκινήσαμε να δουλεύουμε ήμασταν ο καθένας μόνος/η του και πληρωθήκαμε ως ένα συλλογικό αγωνιστικό υποκείμενο, γεγονός με συνέπειες σε αυτό το δυναμικό «πράγμα» που λέγεται ταξική συνείδηση όσων μπλέχτηκαν στον αγώνα, πολύ ευρύτερες από τις μισθολογικές ανάγκες που καλύπτουν τα 300-1000 ευρώ που μας αναλογούσαν.

Οι πρώτες συνελεύσεις απογραφεών/τομεαρχών συγκροτήθηκαν μέσα στο καλοκαίρι από λίγους συναδέλφους του α/α/α χώρου που πέρα από το εργασιακό ζήτημα στόχευαν στην ανταλλαγή εμπειριών γύρω από την ίδια τη διαδικασία της απογραφής, της κρατικής και κοινωνικής της χρησιμότητας. Σε τελείως άλλο μήκος κύματος, το ΠΑΜΕ συγκρότησε επίσης πρώτο μια επιτροπή από κνιτόπουλα απογραφείς που διαμαρτύρονταν μέσω των θεσμικών οδών του κόμματος για τις συνθήκες εργασίας και την καθυστέρηση αποπληρωμής(1). Η πρωτοβουλία που μαζικοποιήθηκε εντέλει και αναγνωρίστηκε από την ίδια την εργοδοσία ως «συνομιλητής» ήταν αυτή του α/α/α χώρου, όταν το Σεπτέμβριο κάλεσε (μέσω indymedia) σε συγκέντρωση έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. με αίτημα την αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Οι συνελεύσεις που ακολούθησαν πλαισιώθηκαν από μερικές δεκάδες συναδέλφων που ενέκριναν σχεδόν αυτόματα τα οριζόντια χαρακτηριστικά της διαδικασίας και έβαλαν ως στόχο την περαιτέρω μαζικοποίηση της διαδικασίας, έτσι ώστε να προχωρήσουμε σε ανοιχτές, προπαγανδισμένες συγκεντρώσεις έξω από τα γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Βγήκε μια πρώτη αφίσα σε 2.000 αντίτυπα, αλλά ασπρόμαυρη και μικρού μεγέθους (το καλύτερο για την οικονομική δυνατότητα μιας συνέλευσης ανέργων και απλήρωτων) που καλούσε σε συγκέντρωση στα κεντρικά της ΕΛ.ΣΤΑΤ., στα Καμίνια στις 13 Οκτώβρη. Αν και η δυναμική της συγκέντρωση ήταν μικρή λόγω της απεργίας των ΜΜΜ την ίδια μέρα, ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. δέχτηκε να συζητήσει με μια αντιπροσωπεία της συνέλευσης (την οποία είχαμε ορίσει εμείς), αρκεί να επιδείκνυαν τις ταυτότητες τους στους σεκιουριτάδες που φυλούσαν το κτίριο του ελληνικού δημοσίου. Εμείς αντιδράσαμε και εντέλει οι αντιπρόσωποι μας συναντήθηκε με τον πρόεδρο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Α. Γεωργίου(2) χωρίς να επιδείξουν τις ταυτότητες τους. Πίσω από αυτή τη λεπτομέρεια για τον τρόπο εισόδου μας στο κτίριο της ΕΛ.ΣΤΑΤ. υπόβοσκε μια άλλη σύγκρουση, συμβολική αλλά και πρακτική, όπως αποδείχτηκε στην επόμενη συγκέντρωση μας: Το σωστό για τ’ αφεντικά ήταν να μένουμε εκτός του κτιρίου της ΕΛ.ΣΤΑΤ. , γιατί ήμασταν εξωτερικοί υπάλληλοι, να μην έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους που επεξεργάζονταν επίσης το προϊόν της εργασίας μας και ήταν επίσης απλήρωτοι, γιατί ήμασταν προσωρινοί.

Η πίεση που είχε ασκηθεί άρχισε να φέρνει αποτελέσματα. Η ΕΛ.ΣΤΑΤ. παραδεχόταν ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αποστολής των λιστών πληρωμής στο Υπουργείο Οικονομικών κι ότι αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωνόταν μέχρι τα τέλη Νοέμβρη. Για εμάς ήταν μια πρώτη παραδοχή της κοροϊδίας, αφού από το καλοκαίρι μας υπόσχονταν ότι θα πληρωθούμε το Σεπτέμβρη, το Σεπτέμβρη μας λέγανε για Οκτώβρη κτλ. Αποφασίσαμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τις αντίστοιχες συνελεύσεις απογραφέων σε Θεσσαλονίκη και Πάτρα και να τους προτείνουμε συντονισμένες συγκεντρώσεις/καταλήψεις στα κατά τόπους γραφεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. την 1η Νοέμβρη, όπως κι έγινε. Στην Αθήνα το κράτος είχε προνοήσει να έχει μια διμοιρία ΥΜΕΤ στο εσωτερικό του κτιρίου, γεγονός που δεν πτόησε τους 70 απογραφείς/τομεάρχες που είχαμε μαζευτεί και εισβάλλαμε στο κτίριο φωνάζοντας το σύνθημα «Δεν είμαστε οι σκλάβοι των αφεντικών, φέρτε τα λεφτά των απογραφών». Οι σεκιουριτάδες προσπάθησαν να κλείσουν τις γυάλινες πόρτες, γεγονός που οδήγησε στο να φύγουν και να γίνουν συντρίμμια στο εσωτερικό του κτιρίου. Η διμοιρία ΥΜΕΤ έτρεξε και στάθηκε στην εσωτερική είσοδο, προσπαθώντας και αυτή ανεπιτυχώς να μας κρατήσει στην «φυσική», εξωτερική μας θέση. Δεν ήταν μόνο η οργή μας, ήταν κι η συμπαράσταση που είχαμε από τους «εσωτερικούς», μόνιμους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που φώναζαν να φύγουν τα ΜΑΤ, «αν είναι δυνατό να χτυπάνε τα παιδιά μας», χειροκροτούσαν τα συνθήματα μας και φώναζαν με τη σειρά τους «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το’73».

Ως τότε υπήρχαν πολλές προκαταλήψεις από τη πλευρά μας για τους δημόσιους υπαλλήλους της ΕΛ.ΣΤΑΤ., που όσους/ες γνωρίσαμε κατείχαν θέση προϊσταμένου στο έργο των απογραφών: ότι δε νοιάζονται για την υπόθεση μας, ότι ο πρόεδρος του σωματείου τους μας είχε υποσχεθεί να έρθει σε συνέλευση μας, αλλά ποτέ δεν πάτησε, ότι έκαναν κατάληψη του κτιρίου την πρώτη φορά που είχαμε συγκέντρωση ,αλλά είχαν σεκιουριτάδες στην είσοδο του «κατειλημμένου»  κτιρίου κτλ. Κάποιοι υποστηρίζαμε, παρ’ όλα αυτά, ότι ήταν σημαντικό να προσπαθήσουμε να έρθουμε σε επικοινωνία με τους μόνιμους υπαλλήλους (και όχι με τους εργατοπατέρες τους), γιατί η γενικότερη επίθεση που εξαπολύεται τους καθιστά σύμμαχους μας, αφού ούτε αυτοί έχουν πληρωθεί για τις υπερωρίες των απογραφών, ενώ απειλούνται και με απολύσεις λόγω της «εφεδρείας». Η προσδοκία για επικοινωνία των δυο αυτών διαφορετικής σύνθεσης κομματιών της εργατικής τάξης που απασχολούνται στο ίδιο έργο έγινε πραγματικότητα την στιγμή του «ντου», με την έμπρακτη υποστήριξη από τη πλευρά τους, που ανάγκασε τον πρόεδρο του Σωματείου τους να καταγγείλει την παρουσία των ΥΜΕΤ, τα οποία μετά από λίγο αποχώρησαν από το κτίριο.

Μετά από λίγο καλέστηκε και κοινή συνέλευση μόνιμων και προσωρινών στο κατειλημμένο κτίριο, η οποία όμως περιορίστηκε στα πρακτικά ζητήματα τακτικής που έπρεπε να ακολουθήσουμε για να κατοχυρώσουμε έγγραφες βεβαιώσεις για συγκεκριμένη ημερομηνία πληρωμής μας. Πράγματι μετά από λίγες ώρες αντεγκλήσεων και φιλοφρονήσεων με την ανώτερη διοικητική ιεραρχία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. (κι ενώ ο πρόεδρος αρχικά, όταν έγινε το «ντου» κλειδώθηκε στο γραφείο του!), είχαμε στα χέρια μας ένα χαρτί που δεσμευόταν για την πληρωμή μας μέχρι τέλη Νοέμβρη ή έστω τέλη Δεκέμβρη, κάτι που το διαβεβαίωνε και σε τηλεφωνική του επικοινωνία ο  Υφυποργός Οικονομικών Σαχινίδης. Μετά από αυτό στην Αθήνα λήξαμε την κατάληψη, ενώ στη Θεσσαλονίκη οι συνάδελφοι, έμειναν μια μέρα παραπάνω στο κατειλημμένο κτίριο, ζητώντας συγκεκριμένες ημερομηνίες που θα έχει ολοκληρωθεί η πληρωμή στο νομό τους, κάτι που επίσης κατέκτησαν, παρά τις απειλές της διεύθυνσης ότι θα έστελνε τα ΜΑΤ να εκκενώσουν το κτίριο.

Αν λοιπόν η σύνδεση με τους μονίμους αποδείχτηκε ένα καθοριστικό στοιχείο κινηματικής πίεσης, ένα άλλο ήταν ο πανελλαδικός συντονισμός, που έδειχνε τη μαζικότητα του αγωνιστικού υποκειμένου, Μπορεί εντέλει αυτοί που κινητοποιηθήκαμε να ήμασταν μια μειοψηφία σε σχέση με τους χιλιάδες επισφαλείς εργαζόμενους, όμως πίσω από κάθε κινητοποιούμενο υπήρχαν σχέσεις με συνομήλικους που κυκλοφορούσαν το συγκεκριμένο αγώνα και σε περίπτωση που το ελληνικό κράτος επιχειρούσε να μας «φάει» τα λεφτά, μπορεί οι δράσεις που πραγματοποιήσαμε να αποδεικνύονταν απλή προθέρμανση σε σχέση με τ’ ότι θα ακολουθούσε.  Γιατί μπορεί ο φοιτητικός πληθυσμός να αποτελεί τη νο1 επιλογή των αφεντικών για ευέλικτες μορφές εργασίας, λόγω της «δοκιμαστικής» θέσης τους ως προς την αγορά εργασίας, όμως ακόμα κι ο πιο αδιάφορος για συνδικαλιστικές διεκδικήσεις φοιτητής δεν αποδέχεται την εργασία άνευ μισθολογικού αντιτίμου, ειδικά όταν το συγκεκριμένο πανελλαδικής εμβέλειας έργο στηρίχτηκε στο συγκεκριμένο μισθολογικό «τυράκι». Και μη ξεχνάμε ότι το κομμάτι των απογραφέων, λόγω της εργασιακής του θέσης είχε άλλο ένα μεγάλο πλεονέκτημα: Ήταν μια γνωστή και γενικώς συμπαθή φιγούρα για καθέναν και καθεμία κάτοικο αυτής της χώρας, κάτι που καθιστούσε δεδομένη τη κοινωνική υποστήριξη για τον αγώνα μας.

 Και δεν ήταν μόνο φοιτητές/τριες όσοι απογράψανε. Ειδικά στο κομμάτι που κινητοποιήθηκε συνδικαλιστικά, οι περισσότεροι άνηκαν στην κατηγορία των ανέργων/επισφαλώς εργαζομένων που ζητάνε εργασία μετά την ολοκλήρωση των προπτυχιακών τους σπουδών, είτε ξεκάθαρα στην κατηγορία των ανέργων που όντας χωρίς εργασία απασχολήθηκαν για λίγο στο συγκεκριμένο έργο. Όσον αφορά τη πολιτική σύνθεση  των κινητοποιούμενων ήταν ευδιάκριτες δυο κατηγορίες: α. ο κόσμος με αναφορά στο ευρύτερο α/α/α χώρο και ίσως με κάποια ελάχιστη εμπειρία από συνδικαλιστικές διεκδικήσεις, στο πανεπιστήμιο, στη γειτονιά ή σε σωματεία βάσης. β. κόσμος με αναφορά στο κίνημα των πλατειών, που όπως και το πρώτο κομμάτι θεωρούσε αυτονόητες τις οριζόντιες διαδικασίες αλλά όχι και την κουλτούρα της συζήτησης μέσω τοποθετήσεων κι όχι συνεχών διακοπών και διαλόγου, ενώ ταυτόχρονα ήταν πιο ανοικτός σε μη «παραδοσιακά μέσα» κοινωνικής απεύθυνσης, όπως τη χρήση του facebook. Σίγουρα υπήρχαν κι αρκετά άτομα που δεν εντάσσονταν σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες, παρ’ όλα αυτά ήταν κοινή κατεύθυνση μια κριτική στην υπάρχουσα πολιτική/κοινωνική/οικονομική κατάσταση κι ένα αίσθημα αδικίας κι εντεινόμενης οικονομικής στενότητας στη προσωπική ζωή του καθενός, που καθιστούσε αυτονόητο κι ενοποιητικό πολιτικά το οικονομικό αίτημα για άμεση αποπληρωμή των δεδουλευμένων.

Ένα ακόμα ζήτημα που απασχόλησε τη συνέλευση αφορούσε τη σχέση της με τα media. Τα άτομα από τον α/α/α χώρο υποστηρίζαμε να αποφύγουμε τις σχέσεις με τους συγκεκριμένους θεσμούς, κάτι με το οποίο δε συμφωνούσαν αναγκαστικά όλοι οι υπόλοιποι/ες. Η απλή επίκληση στο «διαμεσολαβητικό ρόλο των ΜΜΕ» δεν απαντούσε στις απορίες «γιατί είναι κακό να γίνει ευρύτερα γνωστή η υπόθεση μας;». Αντίθετα το επιχείρημα ότι τα ΜΜΕ θα ασχοληθούν μαζί μας μόνο αναλόγως της πίεσης που θα ασκήσουμε με τα δικά μας μέσα πάλης (π.χ. καταλήψεις) και με τα δικά μας μέσα πληροφόρησης (αφίσες σε όλη την πόλη, blog, facebook κτλ.), ενώ και τότε θα κοιτάξουν να δραματοποιήσουν και να προσωποποιήσουν τον αγώνα μας, ήταν αυτό που εντέλει κατοχυρώθηκε ως κοινή συνισταμένη της συνέλευσης. Έτσι δεν αρνηθήκαμε την αποστολή δελτίων τύπου στα ΜΜΕ με τα κείμενα μας, αρνηθήκαμε όμως τις προσωπικές συνεντεύξεις και την παρουσία καμερών στις διαδικασίες μας, ενώ παραπέμπαμε στα συλλογικά μας κείμενα στο blog που είχαμε δημιουργήσει, σε οποιαδήποτε προσέγγιση  δημοσιογράφων.

Το πιο ενδιαφέρον όμως κομμάτι ήταν η συνειδητοποίηση ότι το ζήτημα μας συνδέεται με τη γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας. Όσο καθυστερούσε η πληρωμή μας, τόσο περισσότερο συνδέαμε την όλη εξέλιξη με την χορήγηση της 6ης δόσης από το ΔΝΤ και την κυβερνητική αστάθεια. Ανεξάρτητα του «τραβηγμένου» ή όχι αυτής της εκτίμησης, το σίγουρο είναι ότι ο αγώνας μας ήταν η μόνη κατοχύρωση της πληρωμής μας. Αυτό όμως δεν είναι ένα απλό ζήτημα, που δεν πρέπει να του δίνουμε σημασία. Γιατί καταρχήν το ελληνικό κράτος θα βρει μπροστά του πολλά τέτοια μικρά αλλά κοινωνικά γειωμένα οδοφράγματα, σε περίπτωση που ανακοινώσει την επίσημη χρεοκοπία του. Έπειτα, επειδή ζούμε σε μια εποχή, όπου όλες οι κεντρικές μάχες φαίνονται εκ των προτέρων χαμένες λόγω της «επίθεσης σοκ» που δεχόμαστε από τρόικα και ελληνικό κράτος. Δημιουργείται έτσι ένα αίσθημα στους εργαζομένους ότι οι αγώνες είναι μάταιοι, αφού δεν φέρνουν αποτελέσματα. Να όμως που κάποιοι άνεργοι και επισφαλώς εργαζόμενοι, χωρίς καμία συνδικαλιστική κάλυψη απέδειξαν το αντίθετο, ότι οι συλλογικός αγώνας είναι ο μόνος τρόπος να υπερασπιστείς τη θέση σου. Το πώς αυτές οι μικρές νίκες μπορούν να αποτελέσουν εφαλτήριο για την οργάνωση πιο μόνιμων δομών αυτοοργάνωσης για τα σύγχρονα εργατικά υποκείμενα που κινούνται μεταξύ προσωρινότητας και ανεργίας, συνεχίζει ν’ αποτελεί ένα ανοιχτό ερώτημα. Αλλά πάνω στην κυκλοφορία τέτοιων είδους εμπειριών αγώνα θα χτιστούν οι όποιες μάχιμες απαντήσεις στο αβέβαιο μας μέλλον.




[1] Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μέλη της ΚΝΕ προσδιορίζονταν ως φοιτητές που απασχολήθηκαν σε αυτήν την εργασία για να συμπληρώσουν το εισόδημα της «λαϊκής οικογένειας», το Κόμμα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τη φιγούρα του επισφαλώς εργαζόμενου, προτιμά την συντηρητική/μικροαστική εκδοχή του φοιτητή που είναι πρώτος στα μαθήματα, πρώτος στους αγώνες και μια στο τόσο ξενοδουλεύει για να ελαφρύνει την οικογένεια (κλαψ, κλαψ).
[2] Ο πρόεδρος της ΕΛ.ΣΤΑΤ. ήταν έμμισθος υπάλληλος του ΔΝΤ, που του δόθηκε η συγκεκριμένη θέση για να βάλε τάξη στα περίφημα greek statistics. Κατηγορείται ότι η δικιά του αντίληψη για την στατιστική ανέβασε το ποσοστό του ελληνικού χρέους το 2009, έτσι ώστε να ξεπερνάει αυτό της Ιρλανδίας και αν δικαιολογεί την έλευση των πρώην εργοδοτών του (της τρόικας). Μετά από αυτές τις καταγγελίες το κράτος καθαίρεσε το σύνολο των μελών του ΔΣ της ΕΛ.ΣΤΑΤ., πλην της Αυτού Μεγαλειότητας Του. Βλ. και εδώ.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Παρακολουθώντας τις γενικές απεργίες να περνούν


Η αρχή έγινε στις 5/5/2010, μια μέρα πριν την επίσημη ψήφιση του μνημονίου. Η 24ωρη γενική απεργία των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ μετατρέπεται σ' ένα μαχητικό συλλαλητήριο που πολιορκεί τη Βουλή. Η πλατεία Συντάγματος εκκενώνεται με ορυμαγδό χημικών, άλλα είναι οι τρεις νεκροί τραπεζοϋπάλληλοι που θα διακόψουν απότομα τα σημαντικότερα συγκρουσιακά τεκταινόμενα στο κέντρο της Αθήνας μετά την εξέγερση του Δεκεμβρίου '08. Έστω όμως ότι δεν υπήρχαν οι νεκροί στην Μαρφίν, τι θα γινόταν; Θα κατάφερνε το αγανακτισμένο πλήθος προλετάριων και μικροαστών να εισβάλλει στη Βουλή με γυμνά χέρια, με πέτρες ή έστω με μολότοφ που δεν φεύγουν δεξιά και αριστερά; Ας σοβαρευτούμε... Θα είχαμε ολοήμερες συγκρούσεις στο κέντρο και καταλήψεις δημοσίων κτιρίων το βράδυ, απέναντι στην όξυνση της καταστολή. Πιο πιθανό. Θα πιεζόταν η ΓΣΕΕ να μετατρέψει την 24ώρη σε 48ώρη; Δύσκολο, αλλά όχι απίθανο. Θα είχαμε μήπως επανάληψη παρόμοιου σκηνικού και την επόμενη μέρα (με λιγότερους απεργούς) και μετά από πολλές κρότου λάμψης και χημικά το κέντρο θα εκκενωνόταν και το μνημόνιο θα ψηφιζόταν, ούτως ή άλλως;

Υποθετικά σενάρια; Μετά την 5η Μάη πάντως είχαμε άλλες δυο ειρηνόφιλες απεργίες-κηδείες μέσα στο καλοκαίρι κι όλοι ανανεώναμε το ραντεβού μας για Σεπτέμβρη που "θα γινόταν ο χαμός". Το μόνο που ήρθε ήταν άλλη μια 24ώρη απεργία τον Δεκέμβριο, με υψηλό βαθμό συγκρουσιακότητας, αλλά με τους μπάτσους εντέλει μετά από κανά 3ώρο να μας έχουν διώξει από το κέντρο και με το νομοσχέδιο που προωθούσε τις επιχειρησιακές συμβάσεις και την απόλυση χωρίς αποζημίωση για όποιον δεν έχει κλείσει 1 χρόνο δουλειάς να ψηφίζεται κι αυτό κανονικά. Στις 22 Φλεβάρη του 2011 είχαμε επανάληψη ενός παρόμοιου σκηνικού και τα πρώτα σημάδια ότι αυτό καταντούσε βαρετό, ενώ ο Αλαβάνος προσπάθησε ανεπιτυχώς να προωθήσει ένα καινούριο χάπενινγκ που συζητιόταν εξαιτίας των αραβικών εξεγέρσεων, το "μένουμε Σύνταγμα". Στην επόμενη γενική απεργία στις 11 Μάη, η μονοτονία του "μπάχαλα Σύνταγμα, τρέξιμο με δακρυγόνα στη Πανεπιστημίου" έσπασε με την λυσσαλέα επίθεση των μπάτσων που παρά λίγο να σκοτώσει έναν διαδηλωτή.

Κάπου εκεί, με αφορμή το κίνημα των indignados στην Ισπανία, προλετάριοι και μικροαστοί που ήθελαν να αντιδράσουν άλλα δεν καλύπτονταν από την θεατρική παράσταση που περιγράφηκε, δοκίμασαν να καλέσουν συγκεντρώσεις (χωρίς την έγκριση ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ κι άλλων γραφικών) μέσω facebook και να οργανωθούν μέσω αμεσοδημοκρατικών συνελεύσεων σε πλατείες. Κουτσό, στραβό ένα βήμα μπροστά έγινε πάντως, αφού δεκάδες χιλιάδες συνέρεαν στο κέντρο και μούντζωναν το Κυνοβούλιο κάθε μέρα, ενώ πιο πριν τους επιτρεπόταν μόνο για λίγες ώρες συγκεκριμένες ημέρες που αποφάσιζαν οι εργατοπατέρες. Οι τελευταίοι έπρεπε να ανεβάσουν μια καινούρια παράσταση, αν ήθελαν να διατηρήσουν το ενδιαφέρον του κοινού. Κάλεσαν 24ώρη απεργία στις 15 Ιούνη και σε 48ώρη απεργία 28-29/6. Η συμμετοχή εργαζομένων στην απεργία παρέμενε προβληματική, αλλά πρώτη φορά υπήρχε ένας πρακτικός στόχος στον δρόμο που έγινε αντικείμενος μαζικής υπεράσπισης κι εντέλει επετεύχθη: Να διατηρήσουμε την κατάληψη της πλατείας Συντάγματος. Τον άλλο πρακτικό στόχος του να αποκλείσουμε το Κυνοβούλιο, ουσιαστικά κι όχι συμβολικά, κανείς δεν το πήρε στα σοβαρά, πλην των μπάτσων που διέλυαν με συνοπτικές διαδικασίες τα μπλόκα περιμετρικά του κέντρου. Χρειάστηκαν δεκάδες χιλιάδες χημικά και σκληρές μάχες γύρω από την πλατεία, όμως το Μεσοπρόθεσμο ψηφίστηκε κι ας ξημεροβραδυαστήκαμε και τις επόμενες μέρες στο Σύνταγμα, ενώ τον Σεπτέμβρη χρειάστηκαν λίγα ακόμα δακρυγόνα για να φύγουν και οι τελευταίοι "πλατειακοί".

Όμως από Σεπτέμβρη οξύνθηκε κι η επίθεση (άρχισε να εφαρμόζεται το Μεσοπρόθεσμο). Χαράτσια για όλη την κοινωνία και χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων ("εφεδρεία"). Πέρα από την οργάνωση της άρνησης πληρωμών στις γειτονιές, πληθαίνουν οι συνελεύσεις δημοσίων υπαλλήλων και οι καταλήψεις κτιρίων που στεγάζουν διοικητικές υπηρεσίες του δημοσίου. Η 24ωρη απεργία των ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ λόγω της πίεσης των από τα κάτω μετατρέπεται σε 48ώρη. Την πρώτη μέρα μισό εκατομμύριο διαδηλωτές κατεβαίνουν στον δρόμο, αλλά πάλι δεν ξέρουν τι να κάνουν. Αρκετοί συγκρούονται με τις αστυνομικές δυνάμεις, αλλά το Κυνοβούλιο παραμένει απλησίαστο. Μετά από λίγες ώρες το κέντρο εκκενώνεται. Την επόμενη μέρα αναλαμβάνει ρόλο το ΠΑΜΕ για να παίξει καλύτερα και πιο οργανωμένα την παράσταση "περικυκλώνουμε τη Βουλή", απ' ότι την έπαιξαν οι αριστεροί "αγανακτισμένοι" τον Ιούνη. Ένας νεκρός διαδηλωτής, ξεθάβεται το "τσεκούρι του πολέμου" μεταξύ ΚΚΕ-αναρχίας και το πολυνοσμοσχέδιο ψηφίζεται κανονικά.

Έχουμε λοιπόν μετά από τόσους μήνες και τόσες "μητέρες των μαχών" μια συνθήκη όπου κανείς δεν μπορεί να ζητήσει κάτι παραπάνω από τη ΓΣΕΕ (να κηρύξει διαρκείας;), ενώ η μαζική αγανάκτηση δεν έχει καταφέρει να σταματήσει τη ψήφιση κανενός νομοσχεδίου. Η μαζική αγανάκτηση κατάφερε βέβαια να ρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου για να έρθει το επόμενο "οικουμενικό" και "τεχνοκρατικό" πολιτικό προσωπικό. Κι έτσι έρχεται η σημερινή απεργία, όπου δεν υπάρχει κανένας από τους πρακτικούς στόχους που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες απεργίες, δεν ψηφίζεται τις ίδιες μέρες τίποτα καινούριο, δεν έχεις να υπερασπιστείς τίποτα στο δρόμο πέρα από ένα εθιμοτυπικά αγωνιστικό παρόν, είσαι ουσιαστικά δυο και τρία βήματα πίσω σε σχέση με τις δυο 48ώρες που κι αυτές αποδείχθηκαν λίγες.

Ο κόσμος λοιπόν που συμμετέχει στις εκτονωτικές απεργίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ είναι ελάχιστος. Και αυτό δεν είναι κακό από μόνο του. Ακόμα κι αν μέσα στον Δεκέμβρη κηρυχθεί κάποια καινούρια απεργία, είναι προφανές πως ό,τι είναι να ψηφιστεί θα ψηφιστεί και τα πρακτικά αδιέξοδα θα παραμένουν. Μέχρι να εμφανιστεί κάτι καινούριο, κομματικά και συνδικαλιστικά ανεξάρτητο και μαχητικά απρόβλεπτο στον ορίζοντα της ταξικής πάλης, που θα μας βγάλει από τη θανάσιμη ανία να βλέπουμε τα νέα μέτρα να περνούν μαζί με τις γενικές απεργίες που τα συνοδεύουν.