Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Jusqu a ici tout va bien (θεωρητικά πάντα)


"Ελεύθεροι εσωτερικοί «εαυτοί» στέκουν ανήμποροι να αλλάξουν οτιδήποτε μέσα τους ή γύρω τους, την ώρα που οι περιβάλλοντες κόσμοι επιβάλλονται σαν μοίρα, με κανόνες αναπόδραστους, τους οποίους τηρούν υποχρεωτικά, εκόντες άκοντες, συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ως ανωτέρω ελεύθεροι «εαυτοί»."

Υπάρχει στο κείμενο αυτό του περιοδικού Λεύγα και στην όλη ανάλυση του συγγραφέα ένας σχεδόν απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού/περιβάλλοντος κόσμου, ατομικού και συλλογικού, σαν δυο διαχωρισμένες σφαίρες που κινούνται ανεξάρτητα. Ο μεν εσωτερικός, ατομικός κόσμος ήταν σταθερά και ατάραχα μεταμοντέρνος και μικροαστός και τέτοιος παραμένει και τα τελευταία δυο χρόνια, που για έναν "περίεργο" λόγο (κατάρα από τον ουρανό;) ο εξωτερικός κόσμος καταρρέει, γαμιέται και αναδιαρθρώνεται το καπιταλιστικό σύμπαν.

Η εικόνα που διαμορφώνει λοιπόν ο συγγραφέας από τον κοινωνικό χαμό των τελευταίων δυο χρόνων είναι ότι τίποτα δεν κινείται ουσιαστικά, παρά μόνο αλλάζουν οι αντανακλάσεις στον κόσμο των (μικροαστικών) ιδεών, που ευτυχώς κάποιοι παρατηρητικοί απόγονοι της διανοητικής απαισιοδοξίας της Σχολής της Φρανκφούρτης μπορούν να τις φωτίσουν μπας και ξυπνήσει κανείς στο μακρινό μέλλον, που κάποια μέρα θε να ρθει. Παραθέτει συγκρούσεις, παρατεταμένες κινητοποιήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, απογοητεύσεις και προοπτικές, ενδοκινηματικές διενέξεις, αίμα, βια και φωτιά για να καταλήξεις στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά είναι ένα τίποτα γιατί δεν υπάρχει η κατάλληλη πολιτική ιδεολογία.

Στα συγκρουσιακά γεγονότα που αναφέρει, εγώ από την εντελώς άλλη μπάντα βλέπω και αρκετά έντονα βιώματα, από αυτά που αλλάζουν πορεία ζωής (π.χ. 15/6/11 είσαι 19 χρονών χιππισα που πιστεύεις ότι αν σταθείς στην πλατεία Συνταγματος μπροστά σε μια διμοιρία θα την σταματήσεις με τη δύναμη του Γκάντι και τελικά τρως γκλομπιες και ψέκασμα στη μούρη από χρυσαυγίτες με στολή) και αρκετές μεζούρες αντιφασιστικής ιστορικής μνήμης (μα πώς γίνεται μετά από τόσα χρόνια μεταπολίτευσης και μεταμοντερνισμού και τελικά να χωριζόμαστε πάλι σε φασίστες και κομμούνια) και μια γενική αντίληψη της ιστορίας (π.χ. ο διεθνισμός των πλατειών, α ξέχασα το occupy είναι καλό και προλεταριακό, όπως και η αραβική άνοιξη, μόνο ότι γίνεται εδώ είναι εκ προοιμίου μικροαστικό, για βιολογικούς λόγους να φανταστώ, κάτι έχει το DNA ημών των Ελλήνων και βγαίνουμε όλοι μικροαστοί;) και πάμπολλες στάλες θάρρους, από αυτές που όταν ενώνονται καταλήγουν σε ορμητικούς χείμαρρους που καίνε 2-3 φορές το κέντρο μιας βαλκανικής μητρόπολης.

Με το εν λόγω κείμενο συμφωνώ σε ένα βασικό πράγμα: Στο φετιχοποιημένο και εκτονωτικό χαρακτήρα των "γενικών απεργιών" και των κεντρικών ραντεβού. Κάτι που συνειδητοποιεί στην πράξη και το εξεγερμένο πλήθος που σαμποτάρει τα πανηγυράκια της ΓΣΕΕ και σκάει με έναν αυθόρμητο συντονισμό που θα τον ζήλευε ο Λένιν πέρα από τις ορίζουσες αυτών. Γιατί στις πλατείες πέρυσι αυτό έγινε, ο κόσμος δεν έμεινε μια-δυο ώρες, μια δυο μέρες αλλά πολλές μέρες. Και στις 12 Φλεβάρη πάλι αυτό έγινε, μετά από δυο μέρες πλειοψηφικής απαξίωσης της "γενικής απεργίας". Και στις δομές στις γειτονιές, στις αρνήσεις πληρωμών, στον συνδικαλισμό βάσης αυτό αναπτύσσεται κάθε μέρα, σε κοινότητες αγώνα αρκετές από τις οποίες προήλθαν από τους "μικροαστούς" της πλατείας.

Όμως πέρα από τις "μικροαστικές" πλατείες κάτι κινείται τα τελευταία 2 χρόνια και στους εργασιακούς χώρους. Εγώ πιστεύω ότι πάντα κάτι κινιόταν, πιο αόρατα και μειοψηφικά σε σχέση με την πλειοψηφική μικροαστικοποιήση της εργατικής τάξης, αλλά γενικώς ούτε καλά περνούσαμε προ κρίσης με τα 700 ευρώ, ούτε στεκόμασταν όλοι σούζα και παναγίες μπροστά στο αφεντικό. Ας αφήσουμε όμως τα δικά μου ιδεολογικά σχήματα. Τα τελευταία δυο χρόνια ο συγγραφέας της Λεύγας προφανώς βλέπει να κινείται το στρατόπεδο των αφεντικών καταπάνω στις ζωές μας. Στο δικό μας στρατόπεδο, το εργατικό το μόνο που διακρίνει είναι μια μοιρολατρική αποδοχή του αυτονοήτου της επίθεσης των αφεντικών. Χαλυβδουργίες, phone marketing, πιτσαρίες, ΜΜΕ, cocacoles3Ε, απολυμένες σερβιτόρες και τσαμπουκαλεμένοι επισφαλείς τι πάθαν (σε όλα αυτά τα ενδεικτικά) εκεί οι εργάτες και δεν κλαίνε τη μοίρα τους (όπως θα ήθελε γενικώς το Κόμμα), μερικές φορές μάλιστα καταφέρνουν και νικάνε κόντρα στο καπιταλιστικό πεπρωμένο; Είναι απλά αγωνιστικές μειοψηφίες, παντελώς άσχετες με ότι κινείται στους δρόμους, τις πλατείες και τα social networks, που κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον θα φτιάξουν το σωστό ΚΚ;

Ο συγγραφέας γνωρίζει, γιατί κατά τ' άλλα είναι παρατηρητικός και ξύπνιος σύντροφος, ότι δυο τινά συμβαίνουν: Ή στραβά είναι ο γυαλός (όπως υποστηρίζει) ή στραβά αρμενίζει η σκέψη του, που έχει διαχωριστεί πλήρως από τα τεκταινόμενα στον περιβάλλοντα χώρο, μετατρεπόμενη σε ένα συνεκτικό σύνολο από γερές δόσεις προκαταλήψεων, που εγώ ονομάζω ιδεολογία.

Και για να μη παρεξηγηθούμε (ερώτηση: "εσύ πολυεργαλείο δεν έχεις ιδεολογίες;"), για μένα οι κάθε είδους ιδεολογίες είναι ένα αναγκαίο κακό μέσα στο οποίο είμαστε όλοι χωμένοι από τη στιγμή που ζούμε μέσα στο φετιχοποιημένο καπιταλιστικό σύμπαν που τις παράγει. Αναζητώ οπότε το ξεπέρασμα τους κι όχι την κατάλληλη φωτεινή μορφή που θα μου δείξει τον ορθό δρόμο προς την αταξική κοινωνία και τον κομμουνισμό. Ευτυχώς η ιδεολογία που εκφράζει το κείμενο της Λεύγας νομίζω ότι ξεπερνιέται από την ίδια την πραγματικότητα. Είναι σαν τη γραμμή του ΚΚΕ, του πολιτικού φορέα που εκφράζει στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό αυτή την ιδεολογία. Όσο πιο πολύ τις γυρίζει τις πλάτες η κοινωνική πραγματικότητα, τόσο πιο στιβαρή και "σας τα έλεγα" γίνεται. Μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης ιδεολογίας και πραγματικότητας, που ακολουθεί την πτώση στο κενό που διανύουμε, οπότε αναγκαστικά ότι και να λένε τα σχήματα μας εμείς πολεμάμε μαζί με πραγματικούς εχθρούς σε πραγματικά (εμφυλιοπολεμικά) στρατόπεδα.

Και κάτι μου λέει ότι πλησιάζει αυτή η στιγμή της απότομης πρόσκρουσης και τελειώνει η εποχή που μπορούσαμε να λέμε στις αναλύσεις μας "jusqu a ici tout va bien".


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου