Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Still waiting for the helicopters

Έχω ξαναμπλέξει στη φάση με τις δυο δουλειές. Η γενική απεργία είναι μια καλή αφορμή να ξεκλέψω μέρα από την μια (ταχυδρόμος ΕΛ.ΤΑ.) για να δώσω εργατοώρες στην άλλη (ερευνητής ΕΛ.ΣΤΑΤ.).

Η επιθυμία για μη εργασία παραμένει το συναδελφικό κοινό που προσπαθώ να διατηρήσω πίσω από τη συμμετοχή μου στο απεργιακό καρναβάλι των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ -ΠΑΜΕ. Μια υποβόσκουσα άρνηση εργασίας πίσω από το χαμόγελο μου, όταν τους αναφέρω ότι θα τα πούμε την Πέμπτη και ξεκινάει η κουβέντα για το αν θα απεργήσουμε ή όχι. Μετά αρχίζουν τα αναμενόμενα "και τι θα καταφέρουμε με μια μέρα απεργίας", "τίποτα, όπως δεν θα καταφέρουμε τίποτα με το να μην συμμετέχουμε, τουλάχιστον να μην έχουμε σκυμμένο το κεφάλι, ήδη δουλεύουμε για 480 ευρώ 8ώρο, σ' ένα μήνα θα μας πούνε να το κάνουμε για 300 ευρώ" και μετά για ένα "περίεργο" λόγο πάει η κουβέντα στις βόμβες και στις κρεμάλες που χρειάζονται για τους πολιτικούς.
Κάπως έτσι βιώνω το πραγματικό "απεργιακό υλικό" που υπάρχει στους εργασιακούς χώρους των 480 ευρώ (δημοσίου). Δεν ξέρω αν θα δω πότε αυτό το υλικό να συγκροτείται ως πραγματικό απεργιακό υποκείμενο. Γνωρίζω απλώς ότι η διάθεση για αγώνα που υπάρχει είναι απευθείας ανάλογη με τη βλακεία που δέρνει όλες τις προσπάθειες οργάνωσης συνελεύσεων βάσης στους εργασιακούς χώρους. Κι ότι αυτή η διάθεση αγώνα δε μπορεί με καμία παναγία να συγκροτηθεί μέσα από τα καλέσματα των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-ΠΑΜΕ, τα οποία στην ουσία αποτελούν το δημοκρατικό/αριστερό άλλοθι σε μια περίοδο στρατιωτικής επίταξης των απεργιών.

Οπότε συνεχίζουμε να "περιμένουμε τα ελικόπτερα", λέμε καμιά "αγωνιστική" μαλακία στην δουλειά και στην ουσία χρησιμοποιούμε την απεργία για να οργανώσουμε καλύτερα το εργασιακό μας πρόγραμμα.

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Πόσο μακρυά;

 
Το προφητικό τραγούδι των "Γενιά του Χάους" έρχεται κι επανέρχεται με όλα αυτά που βομβαρδιζόμαστε τελευταία. Μιλάει για τη "φασιστοκοινωνία του αύριο" και την περιγράφει με τις λέξεις του σήμερα: 

Ολοκληρωτικό καθεστώς/καταπίεση και φασισμός/πολιτικά καθάρματα/με σύμβουλους κομπιούτερς
Στυγνή χακί λοβοτομή/έντονη του θανάτου η οσμή/πρωτόγονος βασάνισμός για τον επαναστάτη

Το τραγούδι γράφτηκε την δεκαετία του '80 εκφράζοντας την άποψη της punk νεολαίας ότι η τότε κατάσταση (ο μικροαστικός ολοκληρωτισμός του ΠΑΣΟΚ) προκαθόριζε το μέλλον κι οπότε "καλύτερα να έρθει η ολική καταστροφή, την κοινωνία του αύριο κανείς να μην τη δεί".

Τα περιστατικά είναι πολλά και καταγαιστικά. Δεν είναι μόνο οι βασανισμοί των αναρχικών ληστών στην Κοζάνη και η επίδειξη του πρωτόγονου ενστίκτου της πατριαρχικής βαρβαρότητας στα πρόσωπα τους προς παραδειγματισμό, που δικαιολογημένα απασχόλησαν περισσότερο την κοινωνία του θεάματος. Είναι και η ανακοίνωση στα μεγάφωνα του ηλεκτρικού ότι "το τρένο εκτελεί το δρομολόγιο μέχρι ομόνοια λόγω εμποδίου στις ράγες", όταν σκότωσαν τον Μπαμπακάρ στο Θησείο το προηγούμενο Σάββατο. Είναι και η αυτοκτονία του Κίμωνα που αποδόθηκε από τον καραβανά σε "γκομενικούς λόγους".

Είναι τέλος και τ' ότι η αριστερά το συζητά να αποσυμφορηθούν οι φυλακές με βραχιολάκια GPS που θα ελέγχουν κάθε κίνηση ημών των "άνομων". Ο σύντροφος Α. Θεοφίλου (θυμάστε εκείνο το τέρας-αναρχοBlogger  που σκότωσε τον ταξιτζή στην Πάρο σύμφωνα με την ετυμηγορία των τηλεεισαγγελέων) γράφει ένα εξαιρετικό κείμενο σε σχέση με την επιστημονική δυστοπία που κρύβεται πίσω από τέτοιες "προοδευτικές" εξελίξεις: 

Με αφορμή το ρεπορτάζ στην "Αυγή" της Κυριακής (20.01.2013) της κ. Ειρήνης Λαζαρίδου σε σχέση με τα σχέδια του υπουργείου Δικαιοσύνης για την τοποθέτηση βραχολιού-GPS [1] σε υπόδικους και κατάδικους, θα προσπαθήσω να εκφράσω κάποιες διαφωνίες και να συμπληρώσω κάποιες σκέψεις σε μια συζήτηση που δυστυχώς, προς το παρόν, δεν δείχνει να απασχολεί σε βαθμό ανάλογο με τη σημασία της. Σαν να μην πρόκειται για ένα μέτρο που σηματοδοτεί το ολοκληρωτικό πέρασμα σε μια κοινωνία επιστημονικής δυστοπίας.

Το εν λόγω ρεπορτάζ εντοπίζει ως κυρίαρχο πρόβλημα των ελληνικών φυλακών τον υπερπληθυσμό τους και αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του μέτρου αυτού ως προς την αποσυμφόρησή τους. Κύριο εμπόδιο θεωρεί το υψηλό κόστος και εκφράζει τον φόβο ότι, κατά το παράδειγμα των χωρών της Λατινικής Αμερικής, μόνο οι πλούσιοι κρατούμενοι και συγκεκριμένα τα στελέχη του οργανωμένου εγκλήματος θα μπορούν να κάνουν χρήση του (εκτίοντας τις ποινές τους σε κατ' οίκον περιορισμό) τη στιγμή που η πλειοψηφία των κρατουμένων θα συνεχίσει να στοιβάζεται σαν τις κατσαρίδες.

Θεωρώ μερική και ως εκ τούτου προβληματική την αναγωγή του υπερπληθυσμού σε κυρίαρχο πρόβλημα της φυλακής. Σίγουρα είναι ντροπιαστικό για μια κοινωνία να στοιβάζει τους αποδιοπομπαίους τράγους της ανά τετράδες σε κελιά των 3 τετραγωνικών μέτρων, όπως συμβαίνει στις περισσότερες φυλακές της χώρας. Όμως ακόμη χειρότερη είναι η νεκρική άνεση που προσφέρουν τα τρίκλινα ευρύχωρα κελιά με θέρμανση και ζεστό νερό στις καινούργιες κλειστές φυλακές αμερικάνικου τύπου. Τρίκαλα, Δομοκός, Γρεβενά, Νιγρίτα, Χανιά. Στα όρια της αισθητηριακής απομόνωσης, απομονωμένος ακόμα και από τις επαρχιακές πόλεις στις οποίες υποτίθεται ότι είναι χτισμένες αυτές οι φυλακές, ο κάθε κρατούμενος, ως εξωτερικό ερέθισμα, δικαιούται μόνο ένα μικρό κομμάτι ουρανού πάνω από ένα κλειστοφοβικό προαύλιο που σε μέγεθος και αρχιτεκτονική περισσότερο θυμίζει πάτο άδειας πισίνας.

Το σακάτεμα του ψυχικού κόσμου του κρατούμενου, η κοινωνική και η οικονομική του καταστροφή, η βίαιη τοποθέτησή του σε μια τεχνητή και επιβεβλημένη από την ποινική Δικαιοσύνη κοινότητα, η στέρηση των αγαπημένων του προσώπων, ο περιορισμός των αισθήσεων, με λίγα λόγια η διαδικασία απανθρωποποίησής του, είναι τα βασικά προβλήματα της φυλακής. Ο υπερπληθυσμός είναι ένα πρόβλημα τόσο υπαρκτό όσο και ενδεικτικό της σαδιστικής αδιαφορίας του τιμωρητικού συστήματος, αλλά με το να επικεντρώνει κανείς σε αυτό κινδυνεύει να συσκοτίσει το ουσιαστικό πρόβλημα, που είναι η φυλακή καθ' αυτή.

Ωστόσο, για όσους επιμένουν στην αναγκαιότητα ύπαρξης των φυλακών και αναζητούν κάποια θεσμική λύση για την καλυτέρευση των συνθηκών μέσα σε αυτές, αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από τη μείωση των ποινών, την επιεικέστερη αντιμετώπιση των παραβατών και την καθιέρωση της έκτισης των 3/7 έναντι των 3/5 που ισχύει σήμερα για την αναστολή ποινής.

Οι φόβοι που εκφράζονται στο ρεπορτάζ, για τη δυνατότητα που ενδεχομένως να αποκτήσουν τα στελέχη του οργανωμένου εγκλήματος να μετατρέψουν την ποινή τους σε κατ' οίκον περιορισμό καταφέρνοντας έτσι να συνεχίσουν την εγκληματική τους δραστηριότητα, είναι μάλλον αβάσιμη. Στην Ελλάδα, όσο και αν ακούγεται περίεργο, παρά τη διαπλοκή του με την πολιτική και οικονομική εξουσία, το οργανωμένο έγκλημα διώκεται με ειδικούς νόμους και τα στελέχη του καταδικάζονται σε εξοντωτικές ποινές. Η ποινική Δικαιοσύνη δεν έχει δείξει καμιά επιείκεια απέναντί του και δεν προκύπτει ότι θα αλλάξει τακτική με αφορμή το βραχιολάκι. Το βραχιολάκι λοιπόν δεν έρχεται για να βγάλει από τη φυλακή τα στελέχη του οργανωμένου εγκλήματος. Πολύ περισσότερο, δεν έρχεται για να ανακουφίσει τους κρατούμενους από τον υπερπληθυσμό, τη στιγμή που είναι γνωστό ότι οι προφυλακίσεις και οι καταδικαστικές αποφάσεις επιβάλλονται από τα ελληνικά δικαστήρια με μια ευκολία που δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποιου είδους αρνητική βαθμολογία σε διαγωνισμό. Σαν να είναι οι ποινές που καταδικάζουν ανθρώπους σε εγκλεισμό το αποτέλεσμα κάποιας λογιστικής εξίσωσης και όχι τα χρόνια που φορτώνονται στην πλάτη τους πραγματικοί άνθρωποι θαμμένοι ζωντανοί.

Δεδομένης της έκρυθμης κοινωνικής κατάστασης και της αντιμετώπισής της από την εξουσία μέσω του" δόγματος της μηδενικής ανοχής", το βραχιολάκι όχι μόνο δεν θα συμβάλει στην αποσυμφόρηση των φυλακών, αλλά αντίθετα θα προκαλέσει ένα κύμα αυστηροποίησης της ποινικής Δικαιοσύνης, δίνοντας στους λειτουργούς της τη δυνατότητα να φυλακίζουν με τη σαδιστική άνεση που το έκαναν έως τώρα, αλλά και επιπλέον να επιβάλλουν το όχι μόνο ανώδυνο αλλά και κερδοφόρο για το κράτος "βραχιολάκι" σε κατηγορίες παραβατών τόσο ελαφριές που μέχρι τώρα δεν συνηθιζόταν να έχουν επιπτώσεις. Δηλαδή με το παραμικρό πλημμέλημα.

Είναι σημαντικό να γίνει σαφές ότι αυτό το μέτρο δεν αφορά μόνο κρατουμένους ή μόνο παραβατικές και υποπολιτισμικές ομάδες. Αφορά όλους όσοι έχουν για μοναδικό τους εμπόρευμα την εργασιακή τους δύναμη. Ολόκληρο το προλεταριάτο. Και αυτό γιατί είναι η τάξη αυτή που, όσο η κρίση βαθαίνει και η απαξίωση της εργασιακής δύναμης παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις, τείνει να είναι έκθετη σε μια ολοένα και αυστηρότερη ποινική καταστολή.

Σε συνδυασμό με την "εναλλακτική" ποινή (που, όπως αποκάλυψε ο υφυπουργός Δικαιοσύνης στην τηλεοπτική εκπομπή "Πρωταγωνιστές" είναι επίσης στις προθέσεις του υπουργείου), δηλαδή την άμισθη "κοινωφελή "εργασία, είναι το πρώτο βήμα για την εγκαθίδρυση του σωφρονιστικού - βιομηχανικού συμπλέγματος στην Ελλάδα, που θα δώσει τη χαριστική βολή στην ήδη απαξιωμένη εργασιακή δύναμη, αφού η βιομηχανία της ποινικής καταστολής θα είναι σε θέση να παρέχει έναν απόλυτα ελεγχόμενο και συγχρόνως άμισθο στρατό εργαζομένων δημιουργώντας ένα τοπίο επιστημονικής δυστοπίας. Οι προλετάριοι λοιπόν δεν θα έχουν τίποτα να χάσουν παρά τις μεταμοντέρνες και με GPS αλυσίδες τους.

Α. Θεοφίλου, κρατούμενος φυλακών Δομοκού

[1] : http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=744761

Να σημειώσω: Το να βλέπουμε φασιστικά μέτρα με αριστερό άλλοθι σηματοδοτεί μάλλον μια μονιμότερη συνθήκη "εκτάκτου ανάγκης" από την ειρωνεία με την οποία πολλές φορές αντιμετωπίζουμε τη συνεργασία Κουβέλη με Σαμαρά. Κρατήστε και την αναφορά του συντρόφου στην έκτιση ποινής μέσω προσφοράς εθελοντικής "κοινωφελούς" εργασίας. Δείτε (τζάμπα) και την τελευταία ταινία του Κεν Λόουτς "Το μερίδιο των Αγγέλων" που (πριν καταλήξει στην λατρεία του ουισκιού) ξεκινάει με τη έκτιση τέτοιου είδους ποινών ως τζάμπα εργασία στην πρωτοπόρα σε θέματα μηδενικής ανοχής Αγγλία. Κρατήστε επίσης ότι την Τρίτη έχει και στάση εργασίας-συγκέντρωση των 5μηνων "κοινωφελών" που αγωνίζονται να διατηρήσουν την ταυτότητα των εργαζόμενων που δικαιούνται μισθού κι άλλων πολυτελείων. Τρίτη και Πέμπτη έχει επίσης μικροφωνική και πορεία για την δολοφονία του Μπαπακάρ.

Κι οπότε σε σχέση με το αρχικό punk-μηδενιστικό ερώτημα "πόσο μακρυά" βρίσκεται η εδραίωση της φασιστοκοινωνίας, την απάντηση θα την δώσει όπως πάντα η ταξική/αντιφασιστική δράση που θα αντικαταστήσει τα μηδενιστικά δάκρυα.

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Μ' αφορμή αλλη μια απεργία που επιστρατεύθηκε (το 2006)


Τον Φλεβάρη του 2006 είχε επιστρατευθεί μια απεργία των ναυτεργατών, είχαν ακολουθήσει συγκρούσεις στο λιμάνι του Πειραιά κι η απεργία είχε λήξει άδοξα, αφού οι εργατοπατέρες κάναν το show τους. Γι' αυτή την απεργία είχε γραφτεί και ένα κείμενο από τον υποφαινόμενο στο ένα και μοναδικό τεύχος του περιοδικού "Ramponeau".

(Αναγκαία παρένθεση: Το περιοδικό "Ramponeau" ήταν ένα μια πειραματική εκδοτική προσπάθεια που είχε ως στόχους, σύμφωνα με το editorial του:
"-Την ανάλυση πλευρών του συστήματος εκμετάλλευσης και εξουσίας με σκοπό να αρχίσουν να μαζεύονται ένα ένα τα κομμάτια του παζλ του ταξικού ανταγωνισμού.
-Την προσπάθεια να κατανοήσουμε τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται σε αυτή την πραγματικότητα όχι με βάση τα ευαγγέλια αλλά βάσει μεθόδου που δοκιμάζεται στην πράξη. Αυτό περιλαμβάνει την εργατική και πολιτική αντιπληροφόρηση για αγώνες εντός (κύρια) και εκτός συνόρων, εντός και εκτός εργασιακών χώρων.
-Το δυνάμωμα της ιδεολογικής πάλης στα πλαίσια του επαναστατικού κινήματος. Δε μας ενδιαφέρει η ιδεολογική καθαρότητα. Δε θέλουμε να μπούμε σε λογικές σεχταρισμού και απομόνωσης που κυριαρχούν στους ριζοσπαστικούς χώρους. Ασκούμε κριτική όχι για λόγους εντυπωσιασμού αλλά με σκοπό την προώθηση και ενδυνάμωση του γόνιμου διαλόγου στα πλαίσια του κινήματος. Εύκολα στα λόγια δύσκολα στην πράξη θα πούνε πολλοί. Για να δούμε…")
Εφτά χρόνια μετά, η βασική διαφορά είναι ότι η αναφορά σε "τεράστιας κλίμακας και καλά σχεδιασμένη επιχείρηση αφαίρεσης εργασιακών κεκτημένων κι επιβολής πιο βάναυσων όρων εργασιακής εκμετάλλευσης" που αναφέρεται στην αρχή του κειμένου φαίνεται λίγο κωμική σε σχέση με την τωρινή επίθεση των αφεντικών. (Ας συνοπολογιστεί το γεγονός ότι 7 χρόνια πριν ο γράφων ήταν πιο αισιόδοξος για τους εργατικούς αγώνες του μέλλοντος, του παρόντος δηλαδή). Κατά τ' άλλα, οι απεργίες των ναυτεργατών συνεχίζουν να πλήττουν τους ντοματοπαραγωγους της Κρήτης, οι επιστρατεύσεις αποτελούν το κύριο όπλο αντιμετώπισης των απεργιών που έχουν κόστος για το κεφάλαιο (και τότε υπολογίστε ότι δεν είχαμε "καθεστώς εκτάκτου ανάγκης"), οι εργατοπατέρες συνεχίζουν να νοιάζονται για την προβολή των απεργιών στην κεντρική πολιτική σκηνή κι όχι για την αποτελεσματικότητα τους και οι απεργοί συνεχίζουν να επιστρέφουν στην δουλειά με σκυμμένο κεφάλι και φύλλο πορείας μετά από κανά μπαχαλακι (στην καλύτερη). Όλοι μαζί συνεχίζουμε να μην μαθαίνουμε από τις ελλείψεις μας, "από την απουσία συλλογικής ταξικής οργάνωσης από τα κάτω". Ακολουθεί το κείμενο:
 


Μ’ ΑΦΟΡΜΗ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΘΗΚΕ
ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΙΚΕΥΘΗΚΕ
   
 Από το καλοκαίρι του 2005 μέχρι σήμερα (έχοντας ως αφετηρία την εθελουσία έξοδο που υπέγραψαν οι ξεπουλημένοι εργατοπατέρες της ΟΜΕ-ΟΤΕ) βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστιας κλίμακας και καλά σχεδιασμένη επιχείρηση αφαίρεσης εργασιακών κεκτημένων κι επιβολής πιο βάναυσων όρων εργασιακής εκμετάλλευσης σε όλα τα επίπεδα (8ωρο, συλλογικές συμβάσεις, απελευθέρωση του ωραρίου, κατάργηση μονιμότητας, ελαστικοί όροι εργασίας για νεοπροσλαμβανόμενους, ασφαλιστικό κτλ.). Οι «μεταρρυθμίσεις» αυτές υποστηρίζονται σε επικοινωνιακό-πολιτικό επίπεδο από μια δοκιμασμένη τακτική για όσους κατέχουν εξουσία παγκοσμίως κι ανά τους αιώνες. Την τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Το κράτος, οι εργοδότες και τα ΜΜΕ, δηλαδή, κάθε φορά που επιτίθενται σε ένα κομμάτι της εργατικής τάξης, φροντίζουν να το απομονώσουν από τα υπόλοιπα και να εντείνουν τις όποιες διαφορές (ηλικιακές, κλαδικές, εισοδηματικές, φυλετικές κτλ.) έτσι ώστε οι όποιες αντιστάσεις αναπτύσσονται να φανούν ως συντεχνιακές και στρεφόμενες ενάντια στους υπόλοιπους εργαζόμενους και την κοινωνία. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι τραπεζοϋπάλληλοι (που δέχονται την πιο άγρια επίθεση αυτή την στιγμή) παρουσιάζονται ως «ρετιρέ» στους μισθούς και τα δικαιώματα, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων τους κάνει αντιπαραγωγικούς και δεν εξυπηρετούν καλά τους πολίτες, οι εμποροϋπάλληλοι που αντιδρούν στην απελευθέρωση του ωραρίου δεν υπολογίζουν το δικαίωμα του καταναλωτή να κάνει shopping therapy όποτε αυτού του καπνίσει, οι παλιοί εργαζόμενοι του ΟΤΕ καλούνται να κοιτάξουν την πάρτη τους και να φύγουν νωρίτερα με λίγα φράγκα παραπάνω ώστε να αντικατασταθούν από ελαστικούς και χωρίς δικαιώματα νέους εργαζόμενους.

   Η τακτική αυτή τον τελευταίο χρόνο έχει επιτύχει πλήρως. Η «κοινωνική ιντιφάντα» την οποία φοβόντουσαν οι κυρίαρχοι έστω κι ως μικρό ενδεχόμενο, σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίστηκε έστω κι ως προοπτική. Οι λίγες αντιστάσεις που αναπτύσσονται παραμένουν απομονωμένες, οι λίγες απεργίες που κηρύσσονται «ξεφουσκώνουν» μέσα στην γενικότερη κοινωνική απάθεια, η κοινωνική-ταξική αλληλεγγύη είτε είναι ανύπαρκτη, είτε αν δεχτούμε ότι υπάρχει σίγουρα δεν εκφράζεται, με αποτέλεσμα ο ένας αντεργατικός νόμος να διαδέχεται τον άλλον, οι εκπρόσωποι του ΣΕΒ να αποθαρρύνονται και να ζητάνε… τίποτα λιγότερο από τα πάντα, οι εργατοπατέρες να καλούν σε γενική απεργία δύο φορές τον χρόνο για τα μάτια του κόσμου κι οι εργαζόμενοι να παραμένουν διαχωρισμένοι και να αποδέχονται μοιρολατρικά την κατάσταση.

   Μόνη εξαίρεση σε αυτήν την θλιβερή κατάσταση αποτέλεσε η απεργία των ναυτεργατών που κηρύχθηκε στα μέσα Φλεβάρη. Τα βασικά αιτήματα της απεργίας ήταν η αντιμετώπιση της ανεργίας που πλήττει τον κλάδο και που προωθείται και με νομοσχέδιο στις ναυτικές σχολές, καθώς και μισθολογικά αιτήματα (αύξηση του εφάπαξ κατά 25%, απαλλαγή από την φορολογία). Οι ναυτεργάτες έχουν παράδοση σε εργατικούς αγώνες, κάτι καθόλου τυχαίο αν σκεφθούμε την εργασιακή εκμετάλλευση που υφίστανται στα σαπιοκάραβα των εφοπ-ληστών, ιδιαίτερα το κατώτερο προσωπικό στο οποίο κυριαρχεί πολιτικά το σωματείο του ΠΑΜΕ. Τελευταίο παράδειγμα απεργιακού αγώνα ήταν το καλοκαίρι του 2002, όταν η απεργία τους κηρύχθηκε «παράνομη και καταχρηστική» από αστικό δικαστήριο, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ[1] προχώρησε στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης και τα κλομπ των ΜΑΤ και των λιμενόμπατσων εφάρμοσαν την απόφαση πάνω στα κεφάλια των απεργών[2]. Η στρατιωτικού τύπου καταστολή με την οποία τόσο εύκολα αντιμετωπίζονται οι απεργίες των ναυτεργατών που ξεπερνούν την μια εβδομάδα, εξηγείται περισσότερο από τα τεράστια κέρδη που χάνουν οι ναυτιλιακές εταιρίες εξαιτίας των καθηλωμένων στα λιμάνια πλοίων καθώς κι από το συνεπακόλουθο μπλοκάρισμα ολόκληρων τομών της καπιταλιστικής μηχανής (μεταφορές, εμπόριο κτλ.) σε μια νησιωτική χώρα όπως η Ελλάδα και λιγότερο από την υποτιθέμενη δυσαρέσκεια των κατοίκων των νησιών που μένουν αποκλεισμένοι ή των καταναλωτών που δεν μπορούν να βρουν ντομάτες από την Κρήτη…

   Η κυβέρνηση Καραμανλή παρ’ όλα αυτά, πριν ακολουθήσει την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων και κηρύξει για 18η φορά από την αρχή της μεταπολίτευσης[3] πολιτική επιστράτευση σύμφωνα με το  χουντικό Νομοθετικό Διάταγμα 17/1974, προσπάθησε να απομονώσει την απεργία, να τρομοκρατήσει την κοινωνία για τις συνέπειες της απεργίας μέσω των ΜΜΕ και να στρέψει τις υπόλοιπές παραγωγικές δυνάμεις εναντίον τους. Τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ για την αγανάκτηση των κατοίκων των νησιών και των καταναλωτών παρ’ όλα αυτά δεν ήταν τόσο αληθοφανή[4] όσο οι φωτιές που άναψαν στην Κρήτη κάποιοι «αγανακτισμένοι»  αγρότες κι οι πέτρες που εκσφενδόνισαν προς τους απεργούς. Σύμφωνα με το ΠΑΜΕ οι «αγανακτισμένοι αγρότες» προέρχονταν από το «παρακράτος της δεξιάς», αν κι από άλλες πηγές πληροφορηθήκαμε ότι πρόκειται για το παρακράτος του ΠΑΣΟΚ που έχει δύναμη στην Κρήτη και στους εμπόρους  που βγάζουν υπεραξία από το εμπόριο οπωροκηπευτικών, αλλά φυσικά δεν εκπροσωπεί το σύνολο των αγροτών[5]. Η θεωρία άλλωστε του «κοινωνικού αυτοματισμού»[6] κι η συνακόλουθη χρήση υποκινούμενων ομάδων «αγανακτισμένων πολιτών» χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον επί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Όλα αυτά τα στοιχεία τα αναφέρουμε τόσο για να καταδείξουμε ότι τα αντεργατικά μέτρα κι οι παρακρατικές πρακτικές δεν είναι μονοπώλιο της «δεξιάς» αλλά εγγεγραμμένα στο κύτταρο του ελληνικού κράτους, για το οποίο η απεργία ως μέσο αγώνα που επιφέρει οικονομικό κόστος δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως δικαίωμα των εργαζομένων αλλά ως μια απειλή για την «τάξη και την ασφάλεια», όσο και γιατί το φαινόμενο των «αγανακτισμένων πολιτών» είναι βασικό όπλο προπαγάνδας του συστήματος το οποίο θα το συναντήσουμε και στο μέλλον, οπότε οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια αντιδραστικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας χωρίς καθόλου κατανόηση και με το αντίστοιχο ταξικό μίσος που τους αρμόζει…

   Θεωρώντας λοιπόν η κυβέρνηση ότι έχει προλειάνει το κοινωνικό έδαφος για την καταστολή της απεργίας περίμενε την αναμενόμενη απόφαση του αστικού δικαστηρίου που θα χαρακτήριζε την απεργία «παράνομη και καταχρηστική»[7], όπως τόσες φορές έχει συμβεί στο παρελθόν. Το Πρωτοδικείο Πειραιά παρ’ όλα αυτά έκρινε δικαιολογημένα τα αιτήματα των ναυτεργατών και συνεπώς νόμιμη την απεργία, κάτι που ενώ σε κάποια άλλη χώρα θα θεωρείταν αυτονόητο, στην Ελλάδα αποτέλεσε την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα αιτήματα των περισσότερων απεργιών να κρίνονται «παράλογα» από τους αστικούς θεσμούς.

   Επειδή όμως, ακόμα και σε τέτοιες εξαιρέσεις, περνά από τα μυαλά ημών των αναρχοκομμουνιστών το ενδεχόμενο να είμαστε εν τέλει μεροληπτικοί με τους θεσμούς του αστικού κράτους, το ελληνικό κράτος φρόντισε μετά από λίγες ώρες να επιβεβαιώσει την ακλόνητη μας πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν νόμιμες και παράνομες απεργίες, παρά μόνο ακίνδυνες κι επικίνδυνες απεργίες για τα συμφέροντα αυτού και του κεφαλαίου! Έτσι έθεσε σε εφαρμογή έναν νόμο της χούντας από το καλοκαίρι του ’74, τότε που το ελληνικό κράτος καλούσε τους υπηκόους του να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν τους αντίστοιχους υπηκόους του τούρκικου κράτους κι οπότε κάθε απεργία θα μπορούσε να θεωρηθεί εθνική προδοσία[8]. Βέβαια μετά από 28 χρόνια «επαπειλούμενου πολέμου» με την Τουρκία (…), έγινε άρση της κατάστασης γενικής επιστράτευσης στις 18/12/2002 με το Π.Δ. 371/2002, αλλά η κυβέρνηση βασίστηκε σε μια τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε νόμιμη την επιστράτευση απεργών τον Αύγουστο του 2002, για να υποστηρίξει ότι υπάρχει «συνέχεια κράτους και συνέχεια νόμων». Επίσης η επιστράτευση και γενικά η αναγκαστική/υποχρεωτική εργασία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα όπως και με τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας που έχει υπογράψει το ελληνικό κράτος, κι είναι αυτονόητο ότι οι διεθνείς συμβάσεις υπερισχύουν νομικά ενός αμφιλεγόμενου διατάγματος προγενέστερου του Συντάγματος, με το οποίο επίσης η επιστράτευση έρχεται σε αντίθεση[9]! Αν πάλι τις 15 τελευταίες γραμμές τις προσπεράσατε επειδή βαριόσαστε να διαβάζετε για νόμους και προεδρικά διατάγματα καλά κάνατε, γιατί το συμπέρασμα παραμένει αυτό που γνωρίζουμε: Το κράτος μπροστά σε ταξικές απειλές και κοινωνικές αναταραχές, άμα γουστάρει θα γράψει εκεί που ξέρει το Σύνταγμα και τους νόμους που το ίδιο έχει θεσπίσει και δεν θα δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

   Πέρα λοιπόν από νομικίστικες διατάξεις και τα επιμέρους αιτήματα των ναυτεργατών, την Τετάρτη 22 Φλεβάρη για άλλη μια φορά το ελληνικό κράτος μας δήλωσε ξεκάθαρα πως γι’ αυτό είμαστε σκλάβοι που τις εντολές του πρέπει να υπακούσουμε με στρατιωτική πειθαρχεία και στον στρατό ως γνωστόν δεν νοούνται απεργίες. Αυτή η απροκάλυπτη επίθεση των αφεντικών στο με αίμα χιλιάδων εργαζόμενων κατακτημένο  δικαίωμα μας να μην δουλεύουμε και να σαμποτάρουμε την κεφαλαιοκρατική σχέση, ήταν η βασική αιτία που έσπρωξε αρκετούς από εμάς να κατέβουμε στον Πειραιά, με πρακτικό σκοπό να βοηθήσουμε να συνεχιστεί η απεργία και να μην αποπλεύσει κανένα πλοίο από το λιμάνι.

   Φτάνοντας στον λιμάνι είδαμε αρκετό κόσμο σε σχέση με την γενικότερη κατάσταση κοινωνικής απάθειας που περιγράψαμε στην αρχή, ικανό κόσμο δηλαδή για να δώσει μήνυμα κοινωνικής αλληλεγγύης τόσο προς τους ναυτεργάτες όσο και προς το κράτος και ικανό κόσμο κάτω από άλλες προϋποθέσεις να στηρίξει και αποτελεσματικά την απεργία. Οι ήδη διαμορφωμένες προϋποθέσεις από τους γραφειοκράτες της ΠΝΟ (Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία), του ΠΑΜΕ και των αριστερών φορέων κι οργανώσεων (Φόρουμ, ΝΑΡ κτλ.) περιορίζονταν στο να δοθεί περισσότερο ένα συμβολικό μήνυμα μιας ημέρας «απειθαρχίας» απέναντι στην επιστράτευση, παρά να περιφρουρηθεί αποτελεσματικά η απεργία έτσι ώστε να συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες και να μην γυρίσουν με σκυμμένα τα κεφάλια στα κάτεργα οι ναυτεργάτες. Τι εννοούμε; 

   Το παιχνίδι δυστυχώς φαινόταν στημένο από την αρχή. Το ΠΑΜΕ είχε στήσει το πανηγύρι του με μικροφωνικές, ομιλίες, κάμερες κι «αγωνιστικά τραγούδια» μπροστά από 2-3 πλοία μεγάλων εταιριών  στην δυτική πλευρά του λιμανιού, ενώ πιο πέρα ακολουθούσε και το Φόρουμ που είχε αποκλείσει ένα άλλο πλοίο. Την ίδια στιγμή οι νταλίκες φόρτωναν κανονικά στην ανατολική πλευρά του λιμανιού, στην Ακτή Ξαβερίου, η οποία ήταν αποκλεισμένη με διμοιρίες και κλούβες των ΜΑΤ[10]. Οι ναυτεργάτες που καλούνταν να δουλέψουν στα συγκεκριμένα πλοία, είχαν μείνει ξεκρέμαστοι από τις ηγεσίες τους και με δεδομένη την παρουσία της τρομοκρατίας των εργοδοτών, των ρουφιάνων και της επιστράτευσης και την απουσία συλλογικής ταξικής οργάνωσης από τα κάτω, ήταν λογικό να δουλεύουν κανονικά. Από την στιγμή που σε μια απεργία κάποιοι δουλεύουν κανονικά και κάποιοι κάνουν έναν θεαματικό αποκλεισμό πολύ πιο μακριά, η απεργία παύει να υφίσταται κι η εργοδοτική τρομοκρατία επιβάλλεται. Αυτό το γνώριζαν οι εργατοπατέρες προφανώς.

   Σύμφωνα με μαρτυρίες[11], κάποιοι λίγοι ναυτεργάτες που βρίσκονταν στο σημείο του αποκλεισμού από τα ΜΑΤ κι είδαν ότι οι νταλίκες φόρτωναν κανονικά[12], άρχιζαν να βρίζουν τους γραφειοκράτες της ΠΝΟ και να καλούν συναδέλφους τους που βρίσκονταν στους καταπέλτες των αποκλεισμένων πλοίων με προορισμό την Κρήτη να παρατήσουν το εκεί πανηγύρι και να έρθουν να σπάσουν το κλοιό των ΜΑΤ. Κάπως έτσι σιγά, σιγά άρχιζε να μαθαίνει κόσμος ότι σε απόσταση μισής ώρας από το σημείο που βρίσκεται πλοία φορτώνουν κανονικά (κανείς φυσικά δεν τον είχε ενημερώσει ως τότε) και να κατευθύνεται προς το εκθεσιακό κέντρο της Ακτής Ξαβερίου.

   Στις 8 παρά το βράδυ βρισκόμαστε απέναντι από τις παρατεταγμένες διμοιρίες καμιά 200αριά άτομα από τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο κι από αριστερίστικες (ΝΑΡ, μ-λ κτλ.) οργανώσεις. Ενώ μια αντιπροσωπεία ΝΑΡίτων ή συνδικαλιστών «διαπραγματεύεται» κλασσικά χωρίς αποτέλεσμα με τους μπάτσους, καταφθάνει οργανωμένο το μπλοκ του Φόρουμ και χωρίς να συνεννοηθεί καθόλου με τους υπόλοιπους που βρισκόμασταν στο σημείο κατευθύνεται προς τα ΜΑΤ και συγκρούεται[13]. Οι μπάτσοι απαντούν με δακρυγόνα, οι Φορουμίτες υποχωρούν κι έπειτα για κάνα  τέταρτο γίνονται διάφορα σκόρπιας ντου με πέτρες προς τους μπάτσους και τα συνεπακόλουθα (μια σπασμένη τράπεζα, φλεγόμενοι κάδοι κτλ.). Έπειτα δίνεται «γραμμή» από το Φόρουμ να εγκαταλείψουμε το σημείο και να αποκλείσουμε την κεντρική αρτηρία (Ηρώων Πολυτεχνείου και Σαχτούρη) από την οποία περνάνε οι νταλίκες στον δρόμο προς τον Πειραιά. Εκεί στήνονται οδοφράγματα και καταστρέφεται από συντρόφους το καφάο μιας κάμερας παρακολούθησης, η οποία πλέον σταματάει να ζουμάρει στα πρόσωπα μας και να μας φακελώνει. Παραμένουμε στο σημείο αποκλεισμού για τις επόμενες τρεις ώρες, χωρίς ούτε να δεχτούμε κάποια επίθεση από τις διμοιρίες που περίμεναν απέναντι από τα οδοφράγματα, αλλά και χωρίς να προκαλέσουμε και με κάποιο αναίτιο «μπάχαλο». Εξαιτίας του αποκλεισμού δημιουργείται κυκλοφοριακό κομφούζιο κι οι νταλίκες αδυνατούν να προσεγγίσουν το λιμάνι, γεγονός που ενισχύει την ωραία ατμόσφαιρά που προσφέρουν τα οδοφράγματα κι οι φωτιές στους κάδους, σε μια λαϊκή γειτονιά. Κάποιοι από τον κόσμο της γειτονιάς, ενώ στην αρχή κρατούσαν αποστάσεις έρχονται προς το μέρος μας και συμμετέχουν στα διάφορα «πηγαδάκια» που δημιουργούνται.

   Μετά τις 10 ο κόσμος αρχίζει να «σπάει» κι έπειτα ανακοινώνονται από ντουντούκες οι ώρες των ραντεβού της επόμενης μέρας, για να συνεχιστεί ο αποκλεισμός. Αν κι όλοι γνωρίζαμε ότι από την στιγμή που θα φεύγαμε οι νταλίκες θα ξανάρχιζαν να φορτώνουν κανονικά, αποχωρήσαμε περιμένοντας ότι η απεργία κι η ένταση θα συνεχιστεί κι αύριο ίσως πιο μαζικά. Κατά την αποχώρηση πετροβολούνται τα ΜΑΤ και καταστρέφονται τζαμαρίες τραπεζών, ναυτιλιακών εταιρειών, ένα κοσμηματοπωλείο, Mac Donalds κτλ., κινήσεις που ίσως φαίνονται άστοχες αν τις δούμε ξεκομμένες από το γενικότερο κλίμα ταξικής σύγκρουσης που καθόριζε τις δράσεις πολλών από τους διαδηλωτές εκείνο το απόγευμα-βράδυ. Όπως και να έχει η επίθεση στις βιτρίνες των εφοπ-ληστών και των καπιτα-ληστών, είναι άλλη μια δράση που επέλεξαν κάποιοι διαδηλωτές με σκοπό να οξύνουν την αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στους δρόμους του Πειραιά. Ούτε η ύψιστη μορφή αλληλεγγύης στους ναυτεργάτες ήταν, ούτε όμως  οδήγησε σ’ έναν ανούσιο κλεφτοπόλεμο με τα ΜΑΤ ή «αμαύρωσε» όλες τις προηγούμενες δράσεις.

   Συμπερασματικά: Ο κόσμος που μαζεύτηκε για αλληλεγγύη στην απεργία είχε την δύναμη (απ’ ότι φάνηκε κι από τα γεγονότα στην Ακτή Ξαβερίου) να διατηρήσει τον αποκλεισμό. Έλειπε η διάθεση να οργανωθεί πρακτικά αυτό, προπαντός από τους γραφειοκράτες των συνδικάτων και των κομμάτων. Επίσης οι (ταξικές) συγκρούσεις που έλαβαν χώρα μέσα στο γενικότερο κλίμα κοινωνικής αλληλεγγύης προμήνυαν μια μαζικότερη και πιο οργανωμένη αντιπαράθεση αν συνεχιζόταν η απεργία την επόμενη μέρα. Ίσως κι αυτό να βάρυνε λίγο στην απόφαση των συνδικαλιστών να σταματήσουν την απεργία την επόμενη μέρα[14], αν κι οι περισσότερες ενδείξεις δείχνουν ότι η απεργία ήταν προαποφασισμένη να λήξει.

   Το σίγουρο είναι ότι όσο οι εργατικοί αγώνες θα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε κομματικές γραμμές, θα ενισχύεται η μοιρολατρία κι η απαισιοδοξία που επικρατεί στους εργασιακούς χώρους σχετικά με την δυνατότητα αντίστασης στην εργοδοτική τρομοκρατία κι οι αγώνες αυτοί θα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα. Γιατί ούτε η ΠΝΟ ούτε το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ όπως φάνηκε είχαν καμία διάθεση να υπερασπιστούν και με πράξεις τα μεγάλα λόγια στις ανακοινώσεις τους, ότι η απεργία θα συνεχιστεί και θα κλιμακωθεί. Η δημιουργία πολιτικού κόστους για την κυβέρνηση κι η άντληση πολιτικής υπεραξίας (η οποία για τα κόμματα μεταφράζεται σε 1-2 έδρες παραπάνω στην Βουλή) είναι λογικές που πρέπει να σταματήσουν να κυριαρχούν στις εργατικές κινητοποιήσεις. Γιατί πέρα απ’ όλα τ’ άλλα στο βωμό τους θυσιάζεται η αποτελεσματικότητα των μέσων αγώνα που έχουμε στα χέρια μας οι προλετάριοι κι η ταξική συνείδηση που φθίνει, όταν οι αγωνιζόμενοι βλέπουν ότι μια απεργία μετατρέπεται από μια πράξη με τεράστιο υλικό κόστος για τα αφεντικά σε μια ελεγχόμενη αναμέτρηση με θεαματικούς όρους.

   Αν λοιπόν κρατάμε κάτι θετικό από την «αναμέτρηση» στο Πειραιά στις 22/02 είναι ότι για πρώτη φορά τον τελευταίο χρόνο οι κυρίαρχοι απέτυχαν να απομονώσουν έναν ταξικό αγώνα στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας. Επειδή όμως ακριβώς συμμετείχαμε σ’ αυτήν την σύγκρουση γνωρίζοντας ότι δεν είναι ένας αγώνας ξεκομμένος από την γενικότερη επίθεση που εκτυλίσσεται αυτή την περίοδο στον κόσμο της εργασίας, προσμένουμε ν’ αρχίζουμε να μαθαίνουμε κι από τις ελλείψεις μας. Από την έλλειψη δηλαδή ταξικής αυτοοργάνωσης στους χώρους δουλειάς, έτσι ώστε τα μέσα αγώνα να περνάνε στα χέρια των ίδιων των εργαζόμενων και να μην κάνει κουμάντο ο κάθε γραφειοκράτης, κι από την γενικότερη έλλειψη κοινωνικών-ταξικών δυνάμεων που θα μπορούν να στηρίζουν αυτούς τους αγώνες σ’ ένα πλαίσιο ξεπεράσματος των διαχωρισμών ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους καθώς και των πολιτικών παιχνιδιών που παίζονται στην πλάτη τους. Μας περιμένουν πολλά οδοφράγματα ακόμα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να τ’ αφήσουμε στα χέρια της περιστασιακής  δράσης.


[1] Το οποίο ΠΑΣΟΚ διαμαρτυρήθηκε για την αυταρχικότητα της κυβέρνησης όταν επέβαλλε το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, τώρα που είναι στην αντιπολίτευση…
[2] Λίγες μέρες μετά επιχειρήθηκε να τοποθετηθεί βόμβα στα γραφεία ναυτιλιακής εταιρίας ως ενέργεια αλληλεγγύης στον αγώνα των ναυτεργατών και στα θύματα του Σαμίνα, η οποία εξερράγη νωρίτερα στα χέρια του Σάββα Ξηρού…
[3] Για όποιον ενδιαφέρεται για στατιστικά στην πρώτη 8ετία του ΠΑΣΟΚ είχαν επιστρατευθεί 8 απεργίες, 3 επί Μητσοτάκη και 5 την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (19993-2004). Τα στοιχεία από «Ελευθεροτυπία» 23/02/06
[4] η απομόνωση των κατοίκων των νησιών (κι ιδιαίτερα αυτών ακριτικών περιοχών) ισχύει κι όταν δεν υπάρχει απεργία κι ενισχύεται κάθε χρόνο με τις υψηλές τιμές στα εισιτήρια που καθιερώνουν οι εφοπ-ληστές. Όσο για την αγανάκτηση και την κοροϊδία, ας ρωτήσουν καλύτερα οι φωστήρες των καναλιών την γνώμη των νησιωτών για την υπόθεση του «Σαμίνα»...
[5] πολλοί από τους οποίους άλλωστε είτε γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την κατάσταση στην ελληνική ναυτιλία, είτε έχοντας συγγενείς που δουλεύουν ως ναυτικοί στέκονταν αλληλέγγυοι προς την απεργία.
[6] ότι είναι λογικό δηλαδή μια παραγωγική τάξη ή ομάδες πολιτών να στρέφονται ενάντια σε εργαζόμενους που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις επειδή τα συμφέροντα τους είναι αντικρουόμενα (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αγώνα) κι όποτε χρειάζεται το κράτος να παρέμβει, όχι για να καταστείλει π.χ. την απεργία, αλλά «για να επιλύσει  με δίκαιο τρόπο την σύγκρουση»
[7] Είναι χαρακτηριστικό ότι κι οι εργατοπατέρες περίμεναν μια τέτοια απόφαση, όπως φαίνεται από την βιασύνη του ΚΚΕ να καταδικάσει με δελτίο τύπου την «προειλημμένη αντεργατική απόφαση του αστικού δικαστηρίου»
[8] Να σταματήσουν την απεργία «λόγω υπάρχουσας ή απειλούμενης εμπόλεμης κατάστασης» (έτσι λέει το χουντικό διάταγμα!)  πέραν των ναυτεργατών  συνήθως διατάζονται οι φορτηγατζήδες, οι υπάλληλοι της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας κι οι εργαζόμενοι καθαριότητας σε δήμους και χωματερές. Τα στοιχεία από «Ελευθεροτυπία» 23/02/06
[9] Για λεπτομέρειες πάνω στην αστική νομοθεσία επί του συγκεκριμένου θέματος βλ. το άρθρο του Αλέξη Μητρόπουλου, καθηγητή Εργατικού Δικαίου πάλι στην «Ελευθεροτυπία» 23/02/2006
[10] Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της Ολυμπιάδας, η Ακτή Τζαβερίου είχε αναδιαμορφωθεί ώστε να διευκολύνει στρατιωτικού τύπου αποκλεισμό της από το υπόλοιπο λιμάνι, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Άλλο ένα έργο της Ολυμπιάδας που μας έμεινε…
[11] βλ. και την συζήτηση στο
http://athens.indymedia.org/thread.php?forumId=2&comments_parentId=54760 (η διεύθυνση δεν υπάρχει το 2013)
[12] σύμφωνα με μαρτυρία που υπάρχει στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση: «Στελέχη της ΠΝΟ βγήκαν ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΠΑΝ ότι συμφώνησαν κάποια πλοία να ξεφορτώσουν αλλά να μην φορτώσουν στο τελωνείο!!!! ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ, λες τα πληρώματα που θα ξεφόρτωναν ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΑΝ να φορτώσουν και ΝΑ ΑΠΟΠΛΕΥΣΟΥΝ; ΑΥΤΟ ΕΓΙΝΕ!!!»
[13] Προφανώς η επιλογή της αυτοδύναμης σύγκρουσης από το Φόρουμ, δεν έγινε για λόγους αυτονομίας του μπλοκ του, αλλά για άντληση πολιτικής υπεραξίας (όλα αυτά συνέβησαν και 2,5 μήνες πριν την διοργάνωση του 4ο Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα μην ξεχνάμε )
[14] Ο Ριζοσπάστης άλλωστε φρόντισε την επόμενη μέρα να διαχωρίσει την θέση του από όσους συγκρούστηκαν στην Ακτή Ξαβερίου