Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

Μ' αφορμή αλλη μια απεργία που επιστρατεύθηκε (το 2006)


Τον Φλεβάρη του 2006 είχε επιστρατευθεί μια απεργία των ναυτεργατών, είχαν ακολουθήσει συγκρούσεις στο λιμάνι του Πειραιά κι η απεργία είχε λήξει άδοξα, αφού οι εργατοπατέρες κάναν το show τους. Γι' αυτή την απεργία είχε γραφτεί και ένα κείμενο από τον υποφαινόμενο στο ένα και μοναδικό τεύχος του περιοδικού "Ramponeau".

(Αναγκαία παρένθεση: Το περιοδικό "Ramponeau" ήταν ένα μια πειραματική εκδοτική προσπάθεια που είχε ως στόχους, σύμφωνα με το editorial του:
"-Την ανάλυση πλευρών του συστήματος εκμετάλλευσης και εξουσίας με σκοπό να αρχίσουν να μαζεύονται ένα ένα τα κομμάτια του παζλ του ταξικού ανταγωνισμού.
-Την προσπάθεια να κατανοήσουμε τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται σε αυτή την πραγματικότητα όχι με βάση τα ευαγγέλια αλλά βάσει μεθόδου που δοκιμάζεται στην πράξη. Αυτό περιλαμβάνει την εργατική και πολιτική αντιπληροφόρηση για αγώνες εντός (κύρια) και εκτός συνόρων, εντός και εκτός εργασιακών χώρων.
-Το δυνάμωμα της ιδεολογικής πάλης στα πλαίσια του επαναστατικού κινήματος. Δε μας ενδιαφέρει η ιδεολογική καθαρότητα. Δε θέλουμε να μπούμε σε λογικές σεχταρισμού και απομόνωσης που κυριαρχούν στους ριζοσπαστικούς χώρους. Ασκούμε κριτική όχι για λόγους εντυπωσιασμού αλλά με σκοπό την προώθηση και ενδυνάμωση του γόνιμου διαλόγου στα πλαίσια του κινήματος. Εύκολα στα λόγια δύσκολα στην πράξη θα πούνε πολλοί. Για να δούμε…")
Εφτά χρόνια μετά, η βασική διαφορά είναι ότι η αναφορά σε "τεράστιας κλίμακας και καλά σχεδιασμένη επιχείρηση αφαίρεσης εργασιακών κεκτημένων κι επιβολής πιο βάναυσων όρων εργασιακής εκμετάλλευσης" που αναφέρεται στην αρχή του κειμένου φαίνεται λίγο κωμική σε σχέση με την τωρινή επίθεση των αφεντικών. (Ας συνοπολογιστεί το γεγονός ότι 7 χρόνια πριν ο γράφων ήταν πιο αισιόδοξος για τους εργατικούς αγώνες του μέλλοντος, του παρόντος δηλαδή). Κατά τ' άλλα, οι απεργίες των ναυτεργατών συνεχίζουν να πλήττουν τους ντοματοπαραγωγους της Κρήτης, οι επιστρατεύσεις αποτελούν το κύριο όπλο αντιμετώπισης των απεργιών που έχουν κόστος για το κεφάλαιο (και τότε υπολογίστε ότι δεν είχαμε "καθεστώς εκτάκτου ανάγκης"), οι εργατοπατέρες συνεχίζουν να νοιάζονται για την προβολή των απεργιών στην κεντρική πολιτική σκηνή κι όχι για την αποτελεσματικότητα τους και οι απεργοί συνεχίζουν να επιστρέφουν στην δουλειά με σκυμμένο κεφάλι και φύλλο πορείας μετά από κανά μπαχαλακι (στην καλύτερη). Όλοι μαζί συνεχίζουμε να μην μαθαίνουμε από τις ελλείψεις μας, "από την απουσία συλλογικής ταξικής οργάνωσης από τα κάτω". Ακολουθεί το κείμενο:
 


Μ’ ΑΦΟΡΜΗ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΑΠΕΡΓΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΘΗΚΕ
ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΙΚΕΥΘΗΚΕ
   
 Από το καλοκαίρι του 2005 μέχρι σήμερα (έχοντας ως αφετηρία την εθελουσία έξοδο που υπέγραψαν οι ξεπουλημένοι εργατοπατέρες της ΟΜΕ-ΟΤΕ) βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστιας κλίμακας και καλά σχεδιασμένη επιχείρηση αφαίρεσης εργασιακών κεκτημένων κι επιβολής πιο βάναυσων όρων εργασιακής εκμετάλλευσης σε όλα τα επίπεδα (8ωρο, συλλογικές συμβάσεις, απελευθέρωση του ωραρίου, κατάργηση μονιμότητας, ελαστικοί όροι εργασίας για νεοπροσλαμβανόμενους, ασφαλιστικό κτλ.). Οι «μεταρρυθμίσεις» αυτές υποστηρίζονται σε επικοινωνιακό-πολιτικό επίπεδο από μια δοκιμασμένη τακτική για όσους κατέχουν εξουσία παγκοσμίως κι ανά τους αιώνες. Την τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Το κράτος, οι εργοδότες και τα ΜΜΕ, δηλαδή, κάθε φορά που επιτίθενται σε ένα κομμάτι της εργατικής τάξης, φροντίζουν να το απομονώσουν από τα υπόλοιπα και να εντείνουν τις όποιες διαφορές (ηλικιακές, κλαδικές, εισοδηματικές, φυλετικές κτλ.) έτσι ώστε οι όποιες αντιστάσεις αναπτύσσονται να φανούν ως συντεχνιακές και στρεφόμενες ενάντια στους υπόλοιπους εργαζόμενους και την κοινωνία. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Οι τραπεζοϋπάλληλοι (που δέχονται την πιο άγρια επίθεση αυτή την στιγμή) παρουσιάζονται ως «ρετιρέ» στους μισθούς και τα δικαιώματα, η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων τους κάνει αντιπαραγωγικούς και δεν εξυπηρετούν καλά τους πολίτες, οι εμποροϋπάλληλοι που αντιδρούν στην απελευθέρωση του ωραρίου δεν υπολογίζουν το δικαίωμα του καταναλωτή να κάνει shopping therapy όποτε αυτού του καπνίσει, οι παλιοί εργαζόμενοι του ΟΤΕ καλούνται να κοιτάξουν την πάρτη τους και να φύγουν νωρίτερα με λίγα φράγκα παραπάνω ώστε να αντικατασταθούν από ελαστικούς και χωρίς δικαιώματα νέους εργαζόμενους.

   Η τακτική αυτή τον τελευταίο χρόνο έχει επιτύχει πλήρως. Η «κοινωνική ιντιφάντα» την οποία φοβόντουσαν οι κυρίαρχοι έστω κι ως μικρό ενδεχόμενο, σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίστηκε έστω κι ως προοπτική. Οι λίγες αντιστάσεις που αναπτύσσονται παραμένουν απομονωμένες, οι λίγες απεργίες που κηρύσσονται «ξεφουσκώνουν» μέσα στην γενικότερη κοινωνική απάθεια, η κοινωνική-ταξική αλληλεγγύη είτε είναι ανύπαρκτη, είτε αν δεχτούμε ότι υπάρχει σίγουρα δεν εκφράζεται, με αποτέλεσμα ο ένας αντεργατικός νόμος να διαδέχεται τον άλλον, οι εκπρόσωποι του ΣΕΒ να αποθαρρύνονται και να ζητάνε… τίποτα λιγότερο από τα πάντα, οι εργατοπατέρες να καλούν σε γενική απεργία δύο φορές τον χρόνο για τα μάτια του κόσμου κι οι εργαζόμενοι να παραμένουν διαχωρισμένοι και να αποδέχονται μοιρολατρικά την κατάσταση.

   Μόνη εξαίρεση σε αυτήν την θλιβερή κατάσταση αποτέλεσε η απεργία των ναυτεργατών που κηρύχθηκε στα μέσα Φλεβάρη. Τα βασικά αιτήματα της απεργίας ήταν η αντιμετώπιση της ανεργίας που πλήττει τον κλάδο και που προωθείται και με νομοσχέδιο στις ναυτικές σχολές, καθώς και μισθολογικά αιτήματα (αύξηση του εφάπαξ κατά 25%, απαλλαγή από την φορολογία). Οι ναυτεργάτες έχουν παράδοση σε εργατικούς αγώνες, κάτι καθόλου τυχαίο αν σκεφθούμε την εργασιακή εκμετάλλευση που υφίστανται στα σαπιοκάραβα των εφοπ-ληστών, ιδιαίτερα το κατώτερο προσωπικό στο οποίο κυριαρχεί πολιτικά το σωματείο του ΠΑΜΕ. Τελευταίο παράδειγμα απεργιακού αγώνα ήταν το καλοκαίρι του 2002, όταν η απεργία τους κηρύχθηκε «παράνομη και καταχρηστική» από αστικό δικαστήριο, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ[1] προχώρησε στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης και τα κλομπ των ΜΑΤ και των λιμενόμπατσων εφάρμοσαν την απόφαση πάνω στα κεφάλια των απεργών[2]. Η στρατιωτικού τύπου καταστολή με την οποία τόσο εύκολα αντιμετωπίζονται οι απεργίες των ναυτεργατών που ξεπερνούν την μια εβδομάδα, εξηγείται περισσότερο από τα τεράστια κέρδη που χάνουν οι ναυτιλιακές εταιρίες εξαιτίας των καθηλωμένων στα λιμάνια πλοίων καθώς κι από το συνεπακόλουθο μπλοκάρισμα ολόκληρων τομών της καπιταλιστικής μηχανής (μεταφορές, εμπόριο κτλ.) σε μια νησιωτική χώρα όπως η Ελλάδα και λιγότερο από την υποτιθέμενη δυσαρέσκεια των κατοίκων των νησιών που μένουν αποκλεισμένοι ή των καταναλωτών που δεν μπορούν να βρουν ντομάτες από την Κρήτη…

   Η κυβέρνηση Καραμανλή παρ’ όλα αυτά, πριν ακολουθήσει την πεπατημένη των προηγούμενων κυβερνήσεων και κηρύξει για 18η φορά από την αρχή της μεταπολίτευσης[3] πολιτική επιστράτευση σύμφωνα με το  χουντικό Νομοθετικό Διάταγμα 17/1974, προσπάθησε να απομονώσει την απεργία, να τρομοκρατήσει την κοινωνία για τις συνέπειες της απεργίας μέσω των ΜΜΕ και να στρέψει τις υπόλοιπές παραγωγικές δυνάμεις εναντίον τους. Τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ για την αγανάκτηση των κατοίκων των νησιών και των καταναλωτών παρ’ όλα αυτά δεν ήταν τόσο αληθοφανή[4] όσο οι φωτιές που άναψαν στην Κρήτη κάποιοι «αγανακτισμένοι»  αγρότες κι οι πέτρες που εκσφενδόνισαν προς τους απεργούς. Σύμφωνα με το ΠΑΜΕ οι «αγανακτισμένοι αγρότες» προέρχονταν από το «παρακράτος της δεξιάς», αν κι από άλλες πηγές πληροφορηθήκαμε ότι πρόκειται για το παρακράτος του ΠΑΣΟΚ που έχει δύναμη στην Κρήτη και στους εμπόρους  που βγάζουν υπεραξία από το εμπόριο οπωροκηπευτικών, αλλά φυσικά δεν εκπροσωπεί το σύνολο των αγροτών[5]. Η θεωρία άλλωστε του «κοινωνικού αυτοματισμού»[6] κι η συνακόλουθη χρήση υποκινούμενων ομάδων «αγανακτισμένων πολιτών» χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον επί των κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ. Όλα αυτά τα στοιχεία τα αναφέρουμε τόσο για να καταδείξουμε ότι τα αντεργατικά μέτρα κι οι παρακρατικές πρακτικές δεν είναι μονοπώλιο της «δεξιάς» αλλά εγγεγραμμένα στο κύτταρο του ελληνικού κράτους, για το οποίο η απεργία ως μέσο αγώνα που επιφέρει οικονομικό κόστος δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ ως δικαίωμα των εργαζομένων αλλά ως μια απειλή για την «τάξη και την ασφάλεια», όσο και γιατί το φαινόμενο των «αγανακτισμένων πολιτών» είναι βασικό όπλο προπαγάνδας του συστήματος το οποίο θα το συναντήσουμε και στο μέλλον, οπότε οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τέτοια αντιδραστικά κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας χωρίς καθόλου κατανόηση και με το αντίστοιχο ταξικό μίσος που τους αρμόζει…

   Θεωρώντας λοιπόν η κυβέρνηση ότι έχει προλειάνει το κοινωνικό έδαφος για την καταστολή της απεργίας περίμενε την αναμενόμενη απόφαση του αστικού δικαστηρίου που θα χαρακτήριζε την απεργία «παράνομη και καταχρηστική»[7], όπως τόσες φορές έχει συμβεί στο παρελθόν. Το Πρωτοδικείο Πειραιά παρ’ όλα αυτά έκρινε δικαιολογημένα τα αιτήματα των ναυτεργατών και συνεπώς νόμιμη την απεργία, κάτι που ενώ σε κάποια άλλη χώρα θα θεωρείταν αυτονόητο, στην Ελλάδα αποτέλεσε την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα αιτήματα των περισσότερων απεργιών να κρίνονται «παράλογα» από τους αστικούς θεσμούς.

   Επειδή όμως, ακόμα και σε τέτοιες εξαιρέσεις, περνά από τα μυαλά ημών των αναρχοκομμουνιστών το ενδεχόμενο να είμαστε εν τέλει μεροληπτικοί με τους θεσμούς του αστικού κράτους, το ελληνικό κράτος φρόντισε μετά από λίγες ώρες να επιβεβαιώσει την ακλόνητη μας πεποίθηση ότι δεν υπάρχουν νόμιμες και παράνομες απεργίες, παρά μόνο ακίνδυνες κι επικίνδυνες απεργίες για τα συμφέροντα αυτού και του κεφαλαίου! Έτσι έθεσε σε εφαρμογή έναν νόμο της χούντας από το καλοκαίρι του ’74, τότε που το ελληνικό κράτος καλούσε τους υπηκόους του να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν τους αντίστοιχους υπηκόους του τούρκικου κράτους κι οπότε κάθε απεργία θα μπορούσε να θεωρηθεί εθνική προδοσία[8]. Βέβαια μετά από 28 χρόνια «επαπειλούμενου πολέμου» με την Τουρκία (…), έγινε άρση της κατάστασης γενικής επιστράτευσης στις 18/12/2002 με το Π.Δ. 371/2002, αλλά η κυβέρνηση βασίστηκε σε μια τελευταία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε νόμιμη την επιστράτευση απεργών τον Αύγουστο του 2002, για να υποστηρίξει ότι υπάρχει «συνέχεια κράτους και συνέχεια νόμων». Επίσης η επιστράτευση και γενικά η αναγκαστική/υποχρεωτική εργασία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα όπως και με τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας που έχει υπογράψει το ελληνικό κράτος, κι είναι αυτονόητο ότι οι διεθνείς συμβάσεις υπερισχύουν νομικά ενός αμφιλεγόμενου διατάγματος προγενέστερου του Συντάγματος, με το οποίο επίσης η επιστράτευση έρχεται σε αντίθεση[9]! Αν πάλι τις 15 τελευταίες γραμμές τις προσπεράσατε επειδή βαριόσαστε να διαβάζετε για νόμους και προεδρικά διατάγματα καλά κάνατε, γιατί το συμπέρασμα παραμένει αυτό που γνωρίζουμε: Το κράτος μπροστά σε ταξικές απειλές και κοινωνικές αναταραχές, άμα γουστάρει θα γράψει εκεί που ξέρει το Σύνταγμα και τους νόμους που το ίδιο έχει θεσπίσει και δεν θα δώσει λογαριασμό σε κανέναν.

   Πέρα λοιπόν από νομικίστικες διατάξεις και τα επιμέρους αιτήματα των ναυτεργατών, την Τετάρτη 22 Φλεβάρη για άλλη μια φορά το ελληνικό κράτος μας δήλωσε ξεκάθαρα πως γι’ αυτό είμαστε σκλάβοι που τις εντολές του πρέπει να υπακούσουμε με στρατιωτική πειθαρχεία και στον στρατό ως γνωστόν δεν νοούνται απεργίες. Αυτή η απροκάλυπτη επίθεση των αφεντικών στο με αίμα χιλιάδων εργαζόμενων κατακτημένο  δικαίωμα μας να μην δουλεύουμε και να σαμποτάρουμε την κεφαλαιοκρατική σχέση, ήταν η βασική αιτία που έσπρωξε αρκετούς από εμάς να κατέβουμε στον Πειραιά, με πρακτικό σκοπό να βοηθήσουμε να συνεχιστεί η απεργία και να μην αποπλεύσει κανένα πλοίο από το λιμάνι.

   Φτάνοντας στον λιμάνι είδαμε αρκετό κόσμο σε σχέση με την γενικότερη κατάσταση κοινωνικής απάθειας που περιγράψαμε στην αρχή, ικανό κόσμο δηλαδή για να δώσει μήνυμα κοινωνικής αλληλεγγύης τόσο προς τους ναυτεργάτες όσο και προς το κράτος και ικανό κόσμο κάτω από άλλες προϋποθέσεις να στηρίξει και αποτελεσματικά την απεργία. Οι ήδη διαμορφωμένες προϋποθέσεις από τους γραφειοκράτες της ΠΝΟ (Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία), του ΠΑΜΕ και των αριστερών φορέων κι οργανώσεων (Φόρουμ, ΝΑΡ κτλ.) περιορίζονταν στο να δοθεί περισσότερο ένα συμβολικό μήνυμα μιας ημέρας «απειθαρχίας» απέναντι στην επιστράτευση, παρά να περιφρουρηθεί αποτελεσματικά η απεργία έτσι ώστε να συνεχιστεί και τις επόμενες ημέρες και να μην γυρίσουν με σκυμμένα τα κεφάλια στα κάτεργα οι ναυτεργάτες. Τι εννοούμε; 

   Το παιχνίδι δυστυχώς φαινόταν στημένο από την αρχή. Το ΠΑΜΕ είχε στήσει το πανηγύρι του με μικροφωνικές, ομιλίες, κάμερες κι «αγωνιστικά τραγούδια» μπροστά από 2-3 πλοία μεγάλων εταιριών  στην δυτική πλευρά του λιμανιού, ενώ πιο πέρα ακολουθούσε και το Φόρουμ που είχε αποκλείσει ένα άλλο πλοίο. Την ίδια στιγμή οι νταλίκες φόρτωναν κανονικά στην ανατολική πλευρά του λιμανιού, στην Ακτή Ξαβερίου, η οποία ήταν αποκλεισμένη με διμοιρίες και κλούβες των ΜΑΤ[10]. Οι ναυτεργάτες που καλούνταν να δουλέψουν στα συγκεκριμένα πλοία, είχαν μείνει ξεκρέμαστοι από τις ηγεσίες τους και με δεδομένη την παρουσία της τρομοκρατίας των εργοδοτών, των ρουφιάνων και της επιστράτευσης και την απουσία συλλογικής ταξικής οργάνωσης από τα κάτω, ήταν λογικό να δουλεύουν κανονικά. Από την στιγμή που σε μια απεργία κάποιοι δουλεύουν κανονικά και κάποιοι κάνουν έναν θεαματικό αποκλεισμό πολύ πιο μακριά, η απεργία παύει να υφίσταται κι η εργοδοτική τρομοκρατία επιβάλλεται. Αυτό το γνώριζαν οι εργατοπατέρες προφανώς.

   Σύμφωνα με μαρτυρίες[11], κάποιοι λίγοι ναυτεργάτες που βρίσκονταν στο σημείο του αποκλεισμού από τα ΜΑΤ κι είδαν ότι οι νταλίκες φόρτωναν κανονικά[12], άρχιζαν να βρίζουν τους γραφειοκράτες της ΠΝΟ και να καλούν συναδέλφους τους που βρίσκονταν στους καταπέλτες των αποκλεισμένων πλοίων με προορισμό την Κρήτη να παρατήσουν το εκεί πανηγύρι και να έρθουν να σπάσουν το κλοιό των ΜΑΤ. Κάπως έτσι σιγά, σιγά άρχιζε να μαθαίνει κόσμος ότι σε απόσταση μισής ώρας από το σημείο που βρίσκεται πλοία φορτώνουν κανονικά (κανείς φυσικά δεν τον είχε ενημερώσει ως τότε) και να κατευθύνεται προς το εκθεσιακό κέντρο της Ακτής Ξαβερίου.

   Στις 8 παρά το βράδυ βρισκόμαστε απέναντι από τις παρατεταγμένες διμοιρίες καμιά 200αριά άτομα από τον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο κι από αριστερίστικες (ΝΑΡ, μ-λ κτλ.) οργανώσεις. Ενώ μια αντιπροσωπεία ΝΑΡίτων ή συνδικαλιστών «διαπραγματεύεται» κλασσικά χωρίς αποτέλεσμα με τους μπάτσους, καταφθάνει οργανωμένο το μπλοκ του Φόρουμ και χωρίς να συνεννοηθεί καθόλου με τους υπόλοιπους που βρισκόμασταν στο σημείο κατευθύνεται προς τα ΜΑΤ και συγκρούεται[13]. Οι μπάτσοι απαντούν με δακρυγόνα, οι Φορουμίτες υποχωρούν κι έπειτα για κάνα  τέταρτο γίνονται διάφορα σκόρπιας ντου με πέτρες προς τους μπάτσους και τα συνεπακόλουθα (μια σπασμένη τράπεζα, φλεγόμενοι κάδοι κτλ.). Έπειτα δίνεται «γραμμή» από το Φόρουμ να εγκαταλείψουμε το σημείο και να αποκλείσουμε την κεντρική αρτηρία (Ηρώων Πολυτεχνείου και Σαχτούρη) από την οποία περνάνε οι νταλίκες στον δρόμο προς τον Πειραιά. Εκεί στήνονται οδοφράγματα και καταστρέφεται από συντρόφους το καφάο μιας κάμερας παρακολούθησης, η οποία πλέον σταματάει να ζουμάρει στα πρόσωπα μας και να μας φακελώνει. Παραμένουμε στο σημείο αποκλεισμού για τις επόμενες τρεις ώρες, χωρίς ούτε να δεχτούμε κάποια επίθεση από τις διμοιρίες που περίμεναν απέναντι από τα οδοφράγματα, αλλά και χωρίς να προκαλέσουμε και με κάποιο αναίτιο «μπάχαλο». Εξαιτίας του αποκλεισμού δημιουργείται κυκλοφοριακό κομφούζιο κι οι νταλίκες αδυνατούν να προσεγγίσουν το λιμάνι, γεγονός που ενισχύει την ωραία ατμόσφαιρά που προσφέρουν τα οδοφράγματα κι οι φωτιές στους κάδους, σε μια λαϊκή γειτονιά. Κάποιοι από τον κόσμο της γειτονιάς, ενώ στην αρχή κρατούσαν αποστάσεις έρχονται προς το μέρος μας και συμμετέχουν στα διάφορα «πηγαδάκια» που δημιουργούνται.

   Μετά τις 10 ο κόσμος αρχίζει να «σπάει» κι έπειτα ανακοινώνονται από ντουντούκες οι ώρες των ραντεβού της επόμενης μέρας, για να συνεχιστεί ο αποκλεισμός. Αν κι όλοι γνωρίζαμε ότι από την στιγμή που θα φεύγαμε οι νταλίκες θα ξανάρχιζαν να φορτώνουν κανονικά, αποχωρήσαμε περιμένοντας ότι η απεργία κι η ένταση θα συνεχιστεί κι αύριο ίσως πιο μαζικά. Κατά την αποχώρηση πετροβολούνται τα ΜΑΤ και καταστρέφονται τζαμαρίες τραπεζών, ναυτιλιακών εταιρειών, ένα κοσμηματοπωλείο, Mac Donalds κτλ., κινήσεις που ίσως φαίνονται άστοχες αν τις δούμε ξεκομμένες από το γενικότερο κλίμα ταξικής σύγκρουσης που καθόριζε τις δράσεις πολλών από τους διαδηλωτές εκείνο το απόγευμα-βράδυ. Όπως και να έχει η επίθεση στις βιτρίνες των εφοπ-ληστών και των καπιτα-ληστών, είναι άλλη μια δράση που επέλεξαν κάποιοι διαδηλωτές με σκοπό να οξύνουν την αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στους δρόμους του Πειραιά. Ούτε η ύψιστη μορφή αλληλεγγύης στους ναυτεργάτες ήταν, ούτε όμως  οδήγησε σ’ έναν ανούσιο κλεφτοπόλεμο με τα ΜΑΤ ή «αμαύρωσε» όλες τις προηγούμενες δράσεις.

   Συμπερασματικά: Ο κόσμος που μαζεύτηκε για αλληλεγγύη στην απεργία είχε την δύναμη (απ’ ότι φάνηκε κι από τα γεγονότα στην Ακτή Ξαβερίου) να διατηρήσει τον αποκλεισμό. Έλειπε η διάθεση να οργανωθεί πρακτικά αυτό, προπαντός από τους γραφειοκράτες των συνδικάτων και των κομμάτων. Επίσης οι (ταξικές) συγκρούσεις που έλαβαν χώρα μέσα στο γενικότερο κλίμα κοινωνικής αλληλεγγύης προμήνυαν μια μαζικότερη και πιο οργανωμένη αντιπαράθεση αν συνεχιζόταν η απεργία την επόμενη μέρα. Ίσως κι αυτό να βάρυνε λίγο στην απόφαση των συνδικαλιστών να σταματήσουν την απεργία την επόμενη μέρα[14], αν κι οι περισσότερες ενδείξεις δείχνουν ότι η απεργία ήταν προαποφασισμένη να λήξει.

   Το σίγουρο είναι ότι όσο οι εργατικοί αγώνες θα παραμένουν εγκλωβισμένοι σε κομματικές γραμμές, θα ενισχύεται η μοιρολατρία κι η απαισιοδοξία που επικρατεί στους εργασιακούς χώρους σχετικά με την δυνατότητα αντίστασης στην εργοδοτική τρομοκρατία κι οι αγώνες αυτοί θα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην ήττα. Γιατί ούτε η ΠΝΟ ούτε το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ όπως φάνηκε είχαν καμία διάθεση να υπερασπιστούν και με πράξεις τα μεγάλα λόγια στις ανακοινώσεις τους, ότι η απεργία θα συνεχιστεί και θα κλιμακωθεί. Η δημιουργία πολιτικού κόστους για την κυβέρνηση κι η άντληση πολιτικής υπεραξίας (η οποία για τα κόμματα μεταφράζεται σε 1-2 έδρες παραπάνω στην Βουλή) είναι λογικές που πρέπει να σταματήσουν να κυριαρχούν στις εργατικές κινητοποιήσεις. Γιατί πέρα απ’ όλα τ’ άλλα στο βωμό τους θυσιάζεται η αποτελεσματικότητα των μέσων αγώνα που έχουμε στα χέρια μας οι προλετάριοι κι η ταξική συνείδηση που φθίνει, όταν οι αγωνιζόμενοι βλέπουν ότι μια απεργία μετατρέπεται από μια πράξη με τεράστιο υλικό κόστος για τα αφεντικά σε μια ελεγχόμενη αναμέτρηση με θεαματικούς όρους.

   Αν λοιπόν κρατάμε κάτι θετικό από την «αναμέτρηση» στο Πειραιά στις 22/02 είναι ότι για πρώτη φορά τον τελευταίο χρόνο οι κυρίαρχοι απέτυχαν να απομονώσουν έναν ταξικό αγώνα στα μάτια της υπόλοιπης κοινωνίας. Επειδή όμως ακριβώς συμμετείχαμε σ’ αυτήν την σύγκρουση γνωρίζοντας ότι δεν είναι ένας αγώνας ξεκομμένος από την γενικότερη επίθεση που εκτυλίσσεται αυτή την περίοδο στον κόσμο της εργασίας, προσμένουμε ν’ αρχίζουμε να μαθαίνουμε κι από τις ελλείψεις μας. Από την έλλειψη δηλαδή ταξικής αυτοοργάνωσης στους χώρους δουλειάς, έτσι ώστε τα μέσα αγώνα να περνάνε στα χέρια των ίδιων των εργαζόμενων και να μην κάνει κουμάντο ο κάθε γραφειοκράτης, κι από την γενικότερη έλλειψη κοινωνικών-ταξικών δυνάμεων που θα μπορούν να στηρίζουν αυτούς τους αγώνες σ’ ένα πλαίσιο ξεπεράσματος των διαχωρισμών ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους καθώς και των πολιτικών παιχνιδιών που παίζονται στην πλάτη τους. Μας περιμένουν πολλά οδοφράγματα ακόμα και δεν έχουμε την πολυτέλεια να τ’ αφήσουμε στα χέρια της περιστασιακής  δράσης.


[1] Το οποίο ΠΑΣΟΚ διαμαρτυρήθηκε για την αυταρχικότητα της κυβέρνησης όταν επέβαλλε το μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης, τώρα που είναι στην αντιπολίτευση…
[2] Λίγες μέρες μετά επιχειρήθηκε να τοποθετηθεί βόμβα στα γραφεία ναυτιλιακής εταιρίας ως ενέργεια αλληλεγγύης στον αγώνα των ναυτεργατών και στα θύματα του Σαμίνα, η οποία εξερράγη νωρίτερα στα χέρια του Σάββα Ξηρού…
[3] Για όποιον ενδιαφέρεται για στατιστικά στην πρώτη 8ετία του ΠΑΣΟΚ είχαν επιστρατευθεί 8 απεργίες, 3 επί Μητσοτάκη και 5 την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (19993-2004). Τα στοιχεία από «Ελευθεροτυπία» 23/02/06
[4] η απομόνωση των κατοίκων των νησιών (κι ιδιαίτερα αυτών ακριτικών περιοχών) ισχύει κι όταν δεν υπάρχει απεργία κι ενισχύεται κάθε χρόνο με τις υψηλές τιμές στα εισιτήρια που καθιερώνουν οι εφοπ-ληστές. Όσο για την αγανάκτηση και την κοροϊδία, ας ρωτήσουν καλύτερα οι φωστήρες των καναλιών την γνώμη των νησιωτών για την υπόθεση του «Σαμίνα»...
[5] πολλοί από τους οποίους άλλωστε είτε γνωρίζοντας από πρώτο χέρι την κατάσταση στην ελληνική ναυτιλία, είτε έχοντας συγγενείς που δουλεύουν ως ναυτικοί στέκονταν αλληλέγγυοι προς την απεργία.
[6] ότι είναι λογικό δηλαδή μια παραγωγική τάξη ή ομάδες πολιτών να στρέφονται ενάντια σε εργαζόμενους που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις επειδή τα συμφέροντα τους είναι αντικρουόμενα (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις αγώνα) κι όποτε χρειάζεται το κράτος να παρέμβει, όχι για να καταστείλει π.χ. την απεργία, αλλά «για να επιλύσει  με δίκαιο τρόπο την σύγκρουση»
[7] Είναι χαρακτηριστικό ότι κι οι εργατοπατέρες περίμεναν μια τέτοια απόφαση, όπως φαίνεται από την βιασύνη του ΚΚΕ να καταδικάσει με δελτίο τύπου την «προειλημμένη αντεργατική απόφαση του αστικού δικαστηρίου»
[8] Να σταματήσουν την απεργία «λόγω υπάρχουσας ή απειλούμενης εμπόλεμης κατάστασης» (έτσι λέει το χουντικό διάταγμα!)  πέραν των ναυτεργατών  συνήθως διατάζονται οι φορτηγατζήδες, οι υπάλληλοι της Ολυμπιακής Αεροπορίας και της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας κι οι εργαζόμενοι καθαριότητας σε δήμους και χωματερές. Τα στοιχεία από «Ελευθεροτυπία» 23/02/06
[9] Για λεπτομέρειες πάνω στην αστική νομοθεσία επί του συγκεκριμένου θέματος βλ. το άρθρο του Αλέξη Μητρόπουλου, καθηγητή Εργατικού Δικαίου πάλι στην «Ελευθεροτυπία» 23/02/2006
[10] Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της Ολυμπιάδας, η Ακτή Τζαβερίου είχε αναδιαμορφωθεί ώστε να διευκολύνει στρατιωτικού τύπου αποκλεισμό της από το υπόλοιπο λιμάνι, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Άλλο ένα έργο της Ολυμπιάδας που μας έμεινε…
[11] βλ. και την συζήτηση στο
http://athens.indymedia.org/thread.php?forumId=2&comments_parentId=54760 (η διεύθυνση δεν υπάρχει το 2013)
[12] σύμφωνα με μαρτυρία που υπάρχει στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση: «Στελέχη της ΠΝΟ βγήκαν ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΠΑΝ ότι συμφώνησαν κάποια πλοία να ξεφορτώσουν αλλά να μην φορτώσουν στο τελωνείο!!!! ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ, λες τα πληρώματα που θα ξεφόρτωναν ΝΑ ΜΗΝ ΕΞΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΑΝ να φορτώσουν και ΝΑ ΑΠΟΠΛΕΥΣΟΥΝ; ΑΥΤΟ ΕΓΙΝΕ!!!»
[13] Προφανώς η επιλογή της αυτοδύναμης σύγκρουσης από το Φόρουμ, δεν έγινε για λόγους αυτονομίας του μπλοκ του, αλλά για άντληση πολιτικής υπεραξίας (όλα αυτά συνέβησαν και 2,5 μήνες πριν την διοργάνωση του 4ο Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Φόρουμ στην Αθήνα μην ξεχνάμε )
[14] Ο Ριζοσπάστης άλλωστε φρόντισε την επόμενη μέρα να διαχωρίσει την θέση του από όσους συγκρούστηκαν στην Ακτή Ξαβερίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου