Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

Εμπόρευμα, θέαμα, εικόνα κι οι φετιχισμοί τους


Ένα παράπλευρο αποτέλεσμα της κατάληψης του κτιρίου της ΕΡΤ και του έλεγχου του προγράμματος από τους απολυμένους  εργαζόμενους στην επιχείρηση, ήταν να ξαναφουντώσει στο εσωτερικό του α/α/α χώρου ο λόγος περί θεάματος, του ρόλου της τηλεόρασης και των δημοσιογράφων. Ένα κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αναλύσεων (ακόμα και των πιο οξυδερκών) είναι ο διαχωρισμός της θεωρητικής κριτικής στην θεαματική κοινωνία από το πρακτικό κίνημα του ταξικού ανταγωνισμού, κομμάτι του οποίου αποτελούνε κι οι απολυμένοι της καπιταλιστικής επιχείρησης ΕΡΤ, όσοι/ες αγωνίζονται ενάντια στην υποτίμηση της ζωής τους και δεν περιμένουν τις 2μηνες συμβάσεις της ΝΕΡΙΤ. 

Μια αιτία είναι ότι στα μυαλά των α/α/α υπάρχουν εργαζόμενοι και "εργαζόμενοι". Σε μια αντιστροφή της κυρίαρχης ιδεολογίας και με αρκετές δόσεις σταλινικού θεάματος, οι χαλυβδουργοί π.χ. είναι γενικά εμποτισμένοι με "ταξική συνείδηση" (κι ας είναι κάποιοι από αυτούς ναζί), ενώ οι εργαζόμενοι στην ΕΡΤ είναι γενικά αδύνατο να ριζοσπαστικοποιήσουν την αντίληψη τους. Έτσι από τους πρώτους περιμένουμε θαύματα από τους δεύτερους απαιτούμε θαύματα. Μια τέτοια αντίληψη κυριαρχεί και στο μυαλό κάμποσων αλληλέγγυων που συμμετέχουν στην ανοιχτή συνέλευση στο πάρκινγκ της ΕΡΤ, για τους οποίους η αλληλεγγύη έχει ως προαπαιτούμενο το ξεπέρασμα μέσα σε λίγες μέρες της πραγμοποιημένης εργατικής τους συνείδησης, του ρόλου, της ιδεολογίας, του συνδικαλισμού που απορρέει από την αντικειμενική θέση τους στην παραγωγή της κρατικής θεαματικής ιδεολογίας.

Αυτή η αντίληψη απορρέει από μια κακοχωνεμένη κατανάλωση της καταστασιακής κριτικής στο θέαμα, όπως αυτή παράχθηκε από ομάδες του α/α/α χώρου στο παρελθόν. Το θέαμα δεν αντιμετωπίζεται ως μια κοινωνική σχέση μέσω εικόνων, την οποία αναπαράγουμε όλοι μας, αλλά ως το υπέρτατο κακό που παράγεται από τους "επαγγελματίες του ψεύδους' των ΜΜΕ και ευθύνεται για την απόκρυψη της "αλήθειας" από τους "από κάτω". Ως "ένας μηχανισμός παραγωγής φαινομενικότητας που εκπέμπει ιδεολογία χωρίς να υπάρχει καμία δυνατότητα ανοιχτής κοινωνικής διαδραστικής σχέσης", όπως αναφέρεται κι εδώ. Το θέαμα σύμφωνα με αυτήν τη α/α/α ιδεολογία δεν είναι προϊόν ιστορικά συγκεκριμένης ανθρώπινης δραστηριότητας που βασίζεται στην κυριαρχία της αφηρημένης εργασίας επί των παραγωγικών σχέσεων και του ταξικού ανταγωνισμού που διέπει αυτήν την σχέση.

Για τον υπογράφων το θέαμα, όχι ως ένα κλειστό σύστημα ιδεών αλλά ως προϊόν της αλλοτριωμένης ανθρώπινης εργασίας καταργείται μέσα στην αντιφατική κίνηση των προλετάριων ενάντια στην καπιταλιστική σχέση στην οποία υπόκεινται. Οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ δεν έχουν μόνο την πολυτέλεια να παράγουν θέαμα, αλλά ταυτόχρονα υπόκεινται στους όρους της θεαματικής παραγωγής/κατανάλωσης εμπορευμάτων, όπως όλη η εργατική τάξη, όπως όλοι οι αγώνες της. Το ξεπέρασμα του θεάματος, του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας, του συντεχνιασμού, του συνδικαλισμού γεννιέται ως προοπτική μέσα στον ίδιο τον φετιχοποιημένο αγώνα, όσον περισσότερο ο αγώνας δημιουργεί συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών κομματιών της τάξης.

Τις παραπάνω σκέψεις τις είχα κωδικοποιήσει πριν 4 χρόνια, (την περίοδο μετά τον Δεκέμβρη του 08) στην Συνέλευση έμμισθων, άμισθων, «μπλοκάκηδων», «μαύρων», ανέργων και φοιτητών στα ΜΜΕ με την μορφή κειμένου-κριτικής στις αντιλήψεις του α/α/α χώρου που αδυνατούσαν να αντιληφθούν τον ανταγωνιστικό-αντιθεαματικό χαρακτήρα της ταξικής παρέμβασης στο εσωτερικό της βιομηχανίας των ΜΜΕ. Το συγκεκριμένο "μανιφέστο" δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ και δημοσιοποιείται τώρα που ο συγγραφέας του δεν συμμετέχει στην συνέλευση.  Αν κάτι χαρακτηρίζει και ταυτόχρονα "λείπει" από την ιστορία της ΕΡΤ είναι αυτή ακριβώς η σύνδεση της εργατικής εκμετάλλευσης στα ΜΜΕ με το ευρύτερο κοινωνικό των αλληλέγγυων, των χαρακτηριστικών "πλατείας" που φέρουν. Μια σύνδεση που δεν μπορεί να γίνει ούτε στην βάση του "εθνολαϊκού", δημοκρατικού, κεντρικού χαρακτήρα της κινητοποίησης, ούτε στη βάση του κλαδικού συνδικαλισμού που χρησιμοποιεί τις φετιχοποιημένες μορφές και περιεχόμενα της παλαιάς ταξικής σύνθεσης και των συνθηκολογήσεων της. Όμως αυτή η σύνδεση του καθ' αυτού εργατικού με την ανατρεπτική κίνηση των πλατειών, πολύ πιθανό να αποτελέσει κεντρικό χαρακτηριστικό των αγώνων του μέλλοντος. Το κείμενο που ακολουθεί ελπίζει σε αυτήν την συνάντηση, που όλο προχωράει κι όλο απομακρύνεται.

ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ, ΤΟ ΘΕΑΜΑ, Η ΕΙΚΟΝΑ ΚΙ ΟΙ ΦΕΤΙΧΙΣΜΟΙ ΤΟΥΣ  


 
 Έτσι και η φωτεινή εντύπωση ενός πράγματος στο οπτικό νεύρο δεν παρουσιάζεται σαν υποκειμενικός ερεθισμός του ίδιου του οπτικού νεύρου, αλλά σαν αντικειμενική μορφή ενός πράγματος που βρίσκεται έξω από το μάτι. Όταν όμως βλέπει κανείς, εκπέμπεται πραγματικά φως από ένα πράγμα, από ένα εξωτερικό αντικείμενο, σε ένα άλλο πράγμα, στο μάτι. Πρόκειται για μια φυσική σχέση, ανάμεσα σε φυσικά πράγματα. Αντίθετα, η εμπορευματική μορφή και η αξιακή σχέση των προϊόντων εργασίας με την οποία εμφανίζεται δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την υλική τους φύση και με τις εμπράγματες σχέσεις που απορρέουν απ’ αυτήν. Πρόκειται μόνο για την καθορισμένη κοινωνική σχέση των ίδιων των ανθρώπων που παίρνει εδώ τη φαντασμαγορική μορφή της σχέσης ανάμεσα σε πράγματα. Για να βρούμε μια αναλογία πρέπει να καταφύγουμε στη νεφελώδικη περιοχή του θρησκευτικού κόσμου. Εδώ τα προϊόντα του ανθρώπινου κεφαλιού φαίνονται σα να ναι προικισμένα με δική τους ζωή, σαν αυτοτελείς μορφές που βρίσκονται σε σχέσεις μεταξύ τους και με τους ανθρώπους. Το ίδιο γίνεται και στον κόσμο των εμπορευμάτων με τα προϊόντα του ανθρώπινου χεριού. Αυτό το ονομάζω φετιχισμό, που κολλάει στα προϊόντα της εργασίας μόλις αρχίσουν να παράγονται σαν εμπορεύματα και που γι’ αυτό είναι αχώριστος από την εμπορευματική παραγωγή.

Κ. Μαρξ Το Κεφάλαιο

Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μια κοινωνική σχέση μεταξύ προσώπων δια μέσου των εικόνων. (…) Το θέαμα είναι το κεφάλαιο σ’ ένα τέτοιο βαθμό συσσωρευμένο ώστε να μετατρέπεται σε εικόνα.

Γκυ Ντεμπόρ Η Κοινωνία του Θεάματος

Προσπαθώντας να περιγράψει τον φετιχισμό του εμπορεύματος ο Κ. Μαρξ καταφεύγει σε δυο διαφορετικά πεδία. Από τη μια στο πεδίο της επιστήμης που εξηγεί το φαινόμενο της όρασης κι από την άλλη, στο πεδίο της θρησκείας, όπου οι παραγόμενες από τους ανθρώπους ιδέες εμφανίζονται σαν αυθύπαρκτες υπάρξεις. Οι παραπομπές αυτές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη κριτική αξία ιδωμένες μέσα στο ιστορικό πλαίσιο του συγγραφέα, στον καπιταλιστικό κόσμο στο τέλος του 19ου αιώνα, όπου η κυρίαρχη μορφή της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι ο γραπτός λόγος. Η ευστοχία του συγγραφέα παραμένει αξιοσημείωτη, λόγω του γεγονότος ότι τον επόμενο αιώνα είναι που  θα εμφανιστεί η εικόνα ως κυρίαρχη μορφή έκφρασης των εμπορευματικών σχέσεων. Και είναι στον 20ο αιώνα που ένας άλλος κριτικός στοχαστής, ο Γκυ Ντεμπόρ, θα βασιστεί στην ανάλυση του Μαρξ περί φετιχισμού του εμπορεύματος, για να μιλήσει για την μετατροπή του κεφαλαίου σε θέαμα, δια μέσου των εικόνων.
Δεν είναι σκοπός μας, σε αυτό το σημείο, να παρουσιάσουμε λεπτομερώς την ανάλυση που εμπεριέχεται σε αυτά τα δυο, αν μη τι άλλο σημαντικά από ανταγωνιστική σκοπιά, έργα. Ο σκοπός μας, όντας πιο «ταπεινός», επιζητεί μια «επιστροφή στα βασικά», έτσι ώστε να μπορέσουμε να μιλήσουμε για το ακανθώδες ζήτημα της σχέσης του μέσου της εικόνας με το ανταγωνιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντας τους φετιχισμούς που αναπτύσσονται γύρω από αυτό το ζήτημα.

                                                                   І

Ζούμε κι εργαζόμαστε σε έναν κόσμο που παράγει συνεχώς εικόνες, δηλαδή εξωτερικά αντικείμενα, υλικά πράγματα, που εκπέμπουν φως σε ένα άλλο πράγμα, στο μάτι. Αυτό το φυσικό φαινόμενο που συνοδεύει τον άνθρωπο από την πρώτη στιγμή που άρχισε να χειρίζεται τα χέρια του για να δημιουργεί πράγματα (τοιχογραφίες, ζωγραφιές ήταν μερικές από τις πρωτόγονες εικόνες), έχει εξαπλωθεί παντού στη ζωή μας μέσω της ανάπτυξης της τεχνολογίας (φωτογραφία, κινηματογράφος τηλεόραση, διαδίκτυο αποτελούν τους βασικούς σταθμούς αυτής της εξέλιξης), όμως δεν αποτελεί ένα απλό παρεπόμενο της τεχνολογικής ανάπτυξης. Αντίθετα, ο τρόπος που δημιουργούνται και χρησιμοποιούνται οι εικόνες παραπέμπει σ’ ένα άλλο πανάρχαιο φαινόμενο που θεωρητικά βρίσκεται στον αντίποδα της επιστημονικής και τεχνολογικής προόδου. Πρόκειται για την θρησκεία, την τέχνη της δημιουργίας άυλων παραστάσεων, που εμφυτεύονται από μικρή ηλικία στο μυαλό των ανθρώπων, έτσι ώστε αυτοί να ζουν και να δρουν σε σχέση με τις εντολές και τα συναισθήματα που προτάσσουν αυτά τα «αιώνια» κατασκευάσματα θνητών μυαλών.
Ο Γκυ Ντεμπόρ, ζώντας στην χρυσή εποχή της βιομηχανίας του θεάματος, κατέληξε στην εύστοχη παρατήρηση ότι το θέαμα στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες έχει αναλάβει τον ρόλο που εκτελούσε η θρησκεία στις πρωτόγονες κοινωνίες. «Το θέαμα είναι η αντίστοιχή υλική ανοικοδόμηση της θρησκευτικής αυταπάτης». Οι άνθρωποι, όντας αποξενωμένοι από τα προϊόντα τα οποία παράγουν (γιατί τα παράγουν όχι για την κοινωνική τους χρήση αλλά με σκοπό την ανταλλαγή έναντι ενός χρηματικού αντιτίμου), αποδίδουν σε αυτά μαγικές ικανότητες, ζουν και συμπεριφέρονται με βάση τις προσταγές αυτών των εμπορευμάτων. Υπάρχουν αρκετές αντιστοιχίες που συνηγορούν στην ανάληψη θρησκευτικών λειτουργιών εκ μέρους της θεαματικής βιομηχανίας, εδώ θα μείνουμε σε δυο απ’ αυτές: Πρώτα απ’ όλα «το θέαμα είναι η τεχνική πραγμάτωση της εξορίας των ανθρωπίνων δυνατοτήτων σ’ ένα υπερπέραν, είναι το ολοκληρωμένο σχίσμα μέσα στον άνθρωπο». Αυτά που οι άνθρωποι παράγουν κατά την διάρκεια της ζωής τους, στέκονται όχι μόνο εμπόδια στο να απολαύσουν την ζωή τους, αλλά δημιουργούν κι ένα άλλο παράλληλο σύμπαν απεικόνισης της ζωής. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν όπως θέλουν, αλλά μπορούν να παρακολουθήσουν την «ζωή» που δεν ζούνε.
Μια δεύτερη σημαντική αντιστοιχία με την θρησκεία, είναι ότι «το θέαμα, παρουσιάζεται σαν μια τεράστια θετικότητα αναμφίβολη και απλησίαστη. Δεν λέει τίποτα περισσότερο από το: ‘ότι φαίνεται είναι καλό, ότι είναι καλό φαίνεται’». Όπως κι η θρησκεία που διατείνεται ότι κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας και σε απαντάει σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της παραπέμποντας στον εαυτό της, έτσι και το θέαμα «είναι το αντίθετο του διαλόγου», «ο ατέρμονος λόγος που η τωρινή τάξη πραγμάτων βγάζει για τον ίδιο της τον εαυτό, ο επαινετικός της μονόλογος». Η απεικόνιση της πραγματικότητας που παρουσιάζουν τα τηλεοπτικά δελτία διατείνεται ότι είναι η πραγματικότητα, γιατί πολύ απλά τα τηλεοπτικά δελτία υποστηρίζουν ότι παρουσιάζουν την πραγματικότητα. Τέτοιου είδους ταυτολογίες υπάρχουν άπειρες στον θεαματικό κόσμο γύρω μας κι όσον περισσότερο ανορθολογισμό κρύβουν στην βάση των επιχειρημάτων τους, άλλο τόσο αυτός ο ανορθολογισμός ζει και βασιλεύει.
Αυτός ο ανορθολογισμός του θεάματος, όμως, δεν προήλθε από μια εξωτερική παρέμβαση ανορθολογικών δυνάμεων σε ένα ορθολογικό σύστημα, αντίθετα προέκυψε μέσα από την δυτική φιλοσοφική σκέψη και την στενή της σύνδεση με μια συγκεκριμένη αντίληψη της ορθολογικότητας, που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αίσθηση της όρασης. Ποια είναι η αιτία αυτής της φαινομενικής αντίφασης; «Το θέαμα κληρονόμησε όλη την αδυναμία του δυτικού φιλοσοφικού μοντέλου που ήταν μια αντίληψη της δραστηριότητας όπου κυριαρχούσαν οι κατηγορίες της όρασης. Έτσι το θέαμα στηρίζεται πάνω στην ασταμάτητη παρέλαση της συγκεκριμένης τεχνικής ορθολογικότητας που προέκυψε απ’ αυτή την σκέψη ». Πράγματι η παρατήρηση μέσω της όρασης, αποτελεί μια από τις κυριότερες βάσεις της δυτικής ορθολογικής σκέψης, από τον Αριστοτέλη και τον Κοπέρνικο μέχρι τους πυρηνικούς φυσικούς με τα υπερσύγχρονα μικροσκόπια που αναζητούν το «σωματίδιο του Θεού». Η εκπομπή φωτός από ένα αντικείμενο στο ανθρώπινο μάτι αποτελεί αν μη τι άλλο το κύριο μέσο κατανόησης του κόσμου  για κάθε άνθρωπο και για τα περισσότερα ζωντανά πλάσματα. Όμως σε καμιά περίπτωση το βασικό χαρακτηριστικό των ανθρώπων (και της ζωής) δεν είναι η παρατήρηση, κι ακόμα περισσότερο η σκέψη που δημιουργείται από την παρατήρηση, όπως άλλωστε κι η όραση δεν είναι η μοναδική αίσθηση του ανθρώπου. Το βασικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ζωής είναι η κίνηση/δράση και η ανταλλαγή ενέργειας, η αλληλεπίδραση μέσω των αισθήσεων (ακοή, όραση, αφή, όσφρηση, γεύση) με την οργανική κι ανοργάνωτη ύλη που τον περιβάλλει (τους υπόλοιπους ανθρώπους ,τα ζώα και την φύση).
Από την στιγμή, λοιπόν, που η όραση κι η παρατήρηση σταματούν να αποτελούν οργανικά κι αδιαχώριστα  από την ολότητα της ανθρώπινης ζωής μέσα ικανοποίησης των ανθρωπίνων αναγκών και επιθυμιών, μια από τις οποίες είναι η προσπάθεια επιστημονικής κατανόησης του κόσμου, αλλά αντίθετα αναγορεύονται σε βασικά εργαλεία κατανόησης του κόσμου μέσω του διαχωρισμού τους από την υπόλοιπη κίνηση, το αποτέλεσμα θα είναι να αυξάνεται ο διαχωρισμός της επιστήμης από την ζωή, να αυξάνεται η απόσταση ανάμεσα στο «παγωμένο δέντρο» της θεωρίας (λέξη προερχόμενη άλλωστε εκ του οράω-ω) και στο «ζωντανό δέντρο» της πράξης. Η συγκεκριμένη, διαχωρισμένη τεχνική ορθολογικότητα της δυτικής σκέψης βρίσκεται στη βάση της λειτουργίας του θεάματος, που διαχωρίζει αυτό που βιώνεται από αυτό που φαίνεται/παρατηρείται. Γι’ αυτό και σύμφωνα με τα λόγια του Ντεμπόρ, το θέαμα «δεν πραγματοποιεί την φιλοσοφία αλλά φιλοσοφοποιεί την πραγματικότητα. Είναι η συγκεκριμένη ζωή όλων μας που υποβιβάστηκε σ’ ένα θεωρητικό σχήμα». Εδώ βρίσκεται κι η ρίζα της αντίφασης που επισημάναμε, της προερχόμενης εκ του δυτικού ορθολογισμού ανορθολογικότητας του θεάματος. Στ’ ότι «η φιλοσοφία, σαν εξουσία της διαχωρισμένης σκέψης και σκέψη της διαχωρισμένη εξουσίας, δεν κατάφερε ποτέ από μόνη της να ξεπεράσει την θεολογία».
¨Όλα τα παραπάνω δεν τα αναφέρουμε τόσο για να εκθειάσουμε την αιχμηρότητα της κριτικής σκέψης του Ντεμπόρ, όσο γιατί εντοπίζοντας την ρίζα του προβλήματος πάνω στην οποία αναπτύσσεται το θέαμα, μπορούμε να κρίνουμε «νηφάλια» και το βασικό μέσο μετάδοσης της θεαματικής ιδεολογίας, την εικόνα. Οδηγούμαστε σε ένα πρώτο κεντρικό συμπέρασμα και σ’ ένα βασικό ερώτημα. Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι δεν ισχύει, με τον τρόπο που πολλές φορές τίθεται τουλάχιστον, ο φαινομενικός ανταγωνισμός μεταξύ του πολιτισμού της εφημερίδας και του πολιτισμού της τηλεόρασης. Ένας νοσταλγικός ψευδό-ανταγωνισμός που υποβόσκει σε αναλύσεις που κατακρίνουν την χυδαιότητα του τηλεοπτικού πολιτισμού, σε σχέση με μια φημολογούμενη καλλιέργεια και παιδεία που ξεχείλιζε την εποχή που βασικό μέσο πληροφόρησης ήταν ο γραπτός λόγος κι όχι η εικόνα. 

ІІ

Το βασικό ερώτημα που ακολουθεί, είναι κατά πόσον η εικόνα αποτελεί ένα a priori θεαματικό μέσο, ένα μέσο που δεν μπορεί παρά να μεταδίδει εξαιτίας των δομικών της χαρακτηριστικών κι ένα θεαματικό μήνυμα.
Όπως είδαμε, δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το θέαμα και την εικόνα ξεκομμένα από τις λειτουργίες της όρασης, γιατί άλλωστε «το θέαμα σαν τάση που ωθεί τους ανθρώπους να βλέπουν –με ειδικευμένα ενδιάμεσα πρίσματα- τον κόσμο που δεν είναι πια άμεσα αντιληπτός, θεωρεί φυσικά τη όραση σαν την προνομιούχα ανθρώπινη αίσθηση, όπως ήταν σε άλλη εποχή η αφή». Αν κρίνουμε επιστημονικά την δυνατότητα της όρασης να μας βοηθάει στην αντίληψη/κατανόηση της πραγματικότητας που μας περιβάλλει και στην οποία συμμετέχουμε, δεν μπορούμε παρά να καταλήξουμε, κατ’ αρχήν, στο συμπέρασμα ότι μας βοηθάει να έχουμε μια μερική αναπαράσταση του περιβάλλοντος μας, με βάση τα περιορισμένα δεδομένα του ανθρώπινο ματιού ως φυσικού οργάνου και της θέσης που βρίσκεται αυτό σε σχέση με το αντικείμενο το οποίο του εκπέμπει φως. Στη συνέχεια και  εμβαθύνοντας στο ζήτημα, θα διαπιστώσουμε ότι η εκπομπή φωτός (ή ήχου) είναι ένα μόνο από τα πολλά χαρακτηριστικά της ύλης, χαρακτηριστικό όμως που η αίσθηση της όρασης/το ανθρώπινο μάτι έχει την τάση να το ταυτίζει με την συνολική ουσία της ύλης. Έχοντας αυτά τα φυσικά δεδομένα της όρασης υπ όψιν, ο Ντεμπόρ δεν στερείται κριτικής απέναντι της: «Αυτή η πιο αφηρημένη και πιο εξαπατήσιμη αίσθηση αντιστοιχεί στην γενικευμένη αφαίρεση της σύγχρονης κοινωνίας». Για να προχωρήσουμε, πρέπει πρώτα να δούμε σε ποια αφαίρεση αναφέρεται ο Γκύ Ντεμπόρ.
 Πιο πριν, είχε μιλήσει, για «τον υποβιβασμό του είναι σε έχειν», υποβιβασμός ταυτόσημος με την αφαίρεση του έχειν από το είναι, προερχόμενος από τον διαχωρισμό και την κυριαρχία της οικονομίας πάνω στην κοινωνική ζωή. Η ανάπτυξη του (βασιζόμενου σε αυτήν την κυριαρχία) καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προχωράει αυτή την αφαίρεση σε τέτοιο σημείο ώστε το «έχειν» να μετατρέπεται σε «φαίνεσθαι», «από το οποίο κάθε πραγματικό ‘έχειν’ πρέπει να αντλεί το τωρινό του γόητρο και την τελική του λειτουργία». Με άλλα λόγια και επανερχόμενοι στον ορισμό του φετιχισμού του εμπορεύματος από τον γερο-Κάρολο, επειδή οι εμπορευματικές σχέσεις αποτελούν τον τρόπο οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων στην κοινωνία στην οποία ζούμε σήμερα, την καπιταλιστική, οι κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούνται από την κυριαρχία των εμπορευμάτων πάνω στην ζωή των ανθρώπων, και «φαίνονται στους τελευταίους ως αυτό που είναι, δηλ. όχι σαν άμεσα κοινωνικές σχέσεις των προσώπων στις δουλειές τους, μα αντίθετα σαν εμπράγματες σχέσεις των προσώπων και σαν κοινωνικές σχέσεις των πραγμάτων»
Η φράση «αυτό που είναι» που δηλώνει υλική πραγματικότητα (ουσία), χρησιμοποιείται μαζί με το ρήμα «φαίνονται ως», που δηλώνει υποκειμενική αίσθηση (μορφή). Η επεξήγηση του «αυτό που είναι», είναι κάτι που ταυτόχρονα μπορεί να υπάρξει ως αντίλήψη με την κοινή παρατήρηση («εμπράγματες σχέσεις των προσώπων») και κάτι που δεν μπορεί να υπάρξει αντικειμενικά («κοινωνικές σχέσεις των πραγμάτων»), από την στιγμή που τα πράγματα είναι αντικείμενα κι όχι υποκείμενα, για να έχουν κοινωνικές σχέσεις. Με λίγα λόγια, και σ’ αυτό το κομβικό σημείο ο Marx επιμένει στην διάκριση ουσίας και μορφής. Η ουσία είναι ότι οι κοινωνικές σχέσεις διαμεσολαβούνται από την ανταλλαγή πραγμάτων και η μορφή είναι ότι τα πράγματα φαίνονται σα να έχουν κοινωνικές σχέσεις. Η φαινομενικότητα ως μέρος την ουσίας των διαμεσολαβημένων από το εμπόρευμα κοινωνικών σχέσεων, βρίσκεται στην ρίζα της μαρξικής αντίληψης, και πάνω σε αυτήν βασίζεται ο Ντεμπορ όταν μιλάει για την  «γενικευμένη αφαίρεση της σύγχρονης κοινωνίας», την οποία αντιστοιχεί με τις αφαιρέσεις τις οποίες ευνοεί η εικόνα ως μορφή αντίληψης της ουσίας της πραγματικότητας.
Έχοντας ασκήσει την κριτική του στις αφαιρέσεις της όρασης, του βλέμματος και της εικόνας, κι έχοντας εντοπίσει το συνδετικό τους στοιχείο με τις εμπορευματικές αφαιρέσεις, ο Ντεμπόρ φροντίζει, έπειτα, «να βάλει τα πράγματα στην θέση τους», σε σχέση με την ρίζα του προβλήματος της θεαματικής ιδεολογίας, το οποίο πρόβλημα δεν παράγεται από τα «προνομιούχα» για το θέαμα μέσα της όρασης και της εικόνας: «Το θέαμα δεν είναι ταυτόσημο με το απλό βλέμμα ακόμα κι όταν αυτό συνδυάζεται με την ακοή». Το πρόβλημα δεν (μπορεί να) βρίσκεται στο κατ’ εξοχήν μέσο που χρησιμοποιεί το θέαμα, αλλά (όπως είδαμε και προηγουμένως) στον διαχωρισμό της παρατήρησης από την ζωή, στην αφαίρεση της μορφής, του «φαίνεσθαι», από την ουσία, «το είναι».
Το θέαμα λοιπόν δεν είναι η εικόνα, αλλά «αυτό που ξεφεύγει από την δραστηριότητα των ανθρώπων, από την αναθεώρηση κι από την διόρθωση του έργου τους». Είναι δηλαδή, αυτό που διαχωρίζεται («ξεφεύγει») από την δραστηριότητα των ανθρώπων, μια δραστηριότητα που κατά τ’ άλλα εμπεριέχει κατηγορίες της όρασης, όπως είναι η ανα-θεώρηση με σκοπό την διόρθωση της. Η αναθεώρηση, άλλωστε, προϋποθέτει μια κριτική ικανότητα που αναλύει την μερικότητα των οπτικών δεδομένων. Ενώ το θέαμα, «είναι το αντίθετο του διαλόγου». Οι αναπαραστάσεις κι η εικόνα είναι μια τέτοια οπτική αναπαράσταση, από μόνες τους δεν είναι το αντίθετο του διαλόγου, εξαρτάται από τον τρόπο που παράγονται, χρησιμοποιούνται και γίνονται αντιληπτές, το κατά πόσον θα συνεισφέρουν σε μια διαλεκτική αντίληψη της πραγματικότητας. Σύμφωνα πάντα με τον Ντεμπόρ, «οπουδήποτε υπάρχει ανεξάρτητη παράσταση γίνεται ανασύσταση του θεάματος». Αν και (μόνο) η λέξη παράσταση είναι υπογραμμισμένη από τον ίδιο[1], νομίζουμε ότι από τα λεγόμενα που παραθέσαμε, φαίνεται ότι το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στα οπτικά χαρακτηριστικά κάθε παράστασης, άλλο στον ανεξάρτητο, στον διαχωρισμένο από την πραγματικότητα χαρακτήρα κάθε θεαματικής παράστασης.
Κεντρικό συμπέρασμα νούμερο2 λοιπόν σε σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την εικόνα ως συμμετέχοντες στο ανταγωνιστικό κίνημα, είναι ότι ως ένα ακόμα μέσο, με τα καλά του και τα κακά του, δεν είναι σωστό να ταυτίζεται εξ’ ολοκλήρου με την θεαματική ιδεολογία. Απόψεις που εκφράζονται στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό/αυτόνομο χώρο θεωρούμε ότι πέφτουν σε αυτή την παγίδα, αντιστρέφοντας την φετιχοποίηση του μέσου της εικόνας από το θέαμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται (ας μας επιτραπεί ο όρος) ένας «αντιεικονικός/εικονοφοβικός φετιχισμός». Αν και όπως όλοι οι άνθρωποι του 21ου αιώνα, οι αναρχικοί/αντιεξουσιαστές χρησιμοποιούν την εικόνα ως μέσο στον κοινωνικό/ταξικό ανταγωνισμό[2], συναντάμε πολλές φορές μπροστά μας αντιλήψεις που υποστηρίζουν ότι π.χ. όποιος καταγράφει κινηματικές δράσεις με κάμερα, λίγο ως πολύ, «αναπαραγάγει το θέαμα». Ή για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα από τον Δεκέμβρη του 2008, όταν προτάθηκε στην κατάληψη της  ΑΣΟΕΕ να πραγματοποιηθεί μια κατάληψη τηλεοπτικών στούντιο με στόχο την μετάδοση ενός δικού μας οπτικού μηνύματος και με τα δικά μας χαρακτηριστικά (αυτοοργανωμένα, αδιαμεσολάβητα, αντιθεαματικά κτλ.), κάποιοι σύντροφοι άσκησαν βέτο, λίγο ως πολύ πάλι, ταυτίζοντας οποιαδήποτε εικόνα που μπορεί να μεταδοθεί από τους τηλεοπτικούς δέκτες ως οριζόμενη από κάποια υποτιθέμενα δομικά θεαματικά χαρακτηριστικά της τηλεοπτικής εικόνας, που δεν μπορούν παρά να καταναλώνονται από παθητικούς θεατές[3]. Θα επανέλθουμε σε αυτό το συμπέρασμα, αφού πρώτα αναλύσουμε ένα ακόμη χαρακτηριστικό του θεάματος, το οποίο εκπορεύεται από την υλική του βάση, τον φετιχισμό του εμπορεύματος.


ІІІ

Όπως τονίσαμε και πιο πριν, ο Μάρξ αντιλαμβάνεται τον φετιχισμό του εμπορεύματος ως μια μορφή αντίληψης της ουσίας του κυρίαρχου είδους κοινωνικών σχέσεων στον καπιταλισμό: των εμπορευματικών σχέσεων. Σύμφωνα με την υλιστική θεώρηση του Μαρξ, τα διαφορετικής χρησιμότητας παραγόμενα στον καπιταλισμό προϊόντα, έχουν μόνο ένα κοινό χαρακτηριστικό με βάση το οποίο μπορεί να συγκριθεί η ουσία τους: ότι είναι αποτέλεσμα της κοινωνικής εργασίας των ανθρώπων, ότι δηλαδή οι άνθρωποι ως κοινωνικά ζώα ξοδεύουν όμοια ανθρώπινη εργατική δύναμη, διαφορετικού είδους για την παραγωγή διαφορετικών προϊόντων. Όμως οι άνθρωποι που τα παράγουν, στις καθημερινές τους κοινωνικές σχέσεις αντιλαμβάνονται ότι ανταλλάσσουν προϊόντα που έχουν κάτι κοινό, αλλά δεν ανάγουν αυτό το κοινό χαρακτηριστικό στον «κοινωνικό χαρακτήρα της ισότητας των διαφορετικών στο είδος τους εργασιών» (στ’ ότι είτε τυλίγουμε σουβλάκια, είτε μεταφέρουμε πίτσες, είτε μεταφέρουμε πληροφορίες, είτε καθαρίζουμε τους χώρους δουλειάς, ξοδεύουμε κοινό χρόνο και κοινή ενέργεια από την ζωή μας) αλλά στην ποιοτικά όμοια ανταλλακτική αξία που φαίνονται να έχουν αυτά «τα διαφορετικά από υλική άποψη πράγματα».
Τι γίνεται όμως σε περίπτωση που κάποιος διαβάσει προσεκτικά το Κεφάλαιο του Μάρξ και κατανοήσει την παραπάνω διαφορά ουσίας και μορφής των εμπορευματικών προϊόντων; Μπορεί άραγε αυτός ο άνθρωπος στην καθημερινότητα του να ξεπεράσει πρακτικά τον φετιχισμό των εμπορευματικών σχέσεων, έχοντας πλέον κατανοήσει θεωρητικά τον τρόπο λειτουργίας τους; Ο ίδιος ο Μαρξ απαντάει ξεκάθαρα όχι: «Η κατοπινότερη επιστημονική ανακάλυψη ότι τα προϊόντα της δουλειάς σαν αξίες είναι απλώς εμπράγματες εκφράσεις της ανθρώπινης εργασίας που ξοδεύτηκε για την παραγωγή τους, σημειώνει εποχή στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας, δεν διαλύει όμως σε καμία περίπτωση την εμπράγματη απατηλή όψη του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας».
Εδώ, χρειάζεται να δούμε αναλυτικά σε ποια «εμπράγματη απατηλή όψη» αναφέρεται πιο πριν ο συγγραφέας. Στην καπιταλιστική πραγματικότητα οι άνθρωποι αναγκάζονται να παράγουν προϊόντα για ανταλλαγή. Έτσι οι εργασίες των παραγωγών αποκτούν έναν «διπλό κοινωνικό χαρακτήρα»: 1. «Από την μια είναι υποχρεωμένες σαν καθορισμένες ωφέλιμες εργασίες να ικανοποιούν μια καθορισμένη κοινωνική ανάγκη», κι αυτό είναι ένα κοινωνικό χαρακτηριστικό της εργασίας που ισχύει και στον καπιταλισμό, ισχύει και πέρα από αυτόν για οποιαδήποτε εργασία που αποτελεί «κρίκο της συνολικής εργασίας του αυθόρμητου συστήματος του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας». 2. «Από την άλλη, ικανοποιούν τις πολυποίκιλες ανάγκες των ίδιων των παραγωγών τους, μόνο εφόσον κάθε ξεχωριστή ωφέλιμη ατομική εργασία μπορεί ν’ ανταλλάσσεται με οποιοδήποτε άλλο είδος ατομικής εργασίας και επομένως θεωρείται όμοια[4] με αυτή».
Από την στιγμή, λοιπόν, που η καπιταλιστική πραγματικότητα λέει ότι οι άνθρωποι παράγουν με σκοπό την ανταλλαγή ισχύει η «εμπράγματη όψη» του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας. Όσες φορές, δηλαδή, και να διαβάσει το Κεφάλαιο κάποιος/α, δεν αλλάζει η ουσία του καπιταλισμού, ότι οποιαδήποτε δουλειά κάνουμε την κάνουμε, όχι για το καλό της κοινωνίας, αλλά με σκοπό την ατομική ανταλλαγή προϊόντων. Αυτή η εμπράγματη όψη της εργασίας όμως στον καπιταλισμό, είναι ταυτόχρονα και «απατηλή». Γιατί δημιουργεί την «αντανάκλαση» στα μυαλά των ανθρώπων, ότι η (ανταλλακτική) αξία προϋπάρχει στα πράγματα και όχι ότι δημιουργείται από την εργασία.
 Χρησιμοποιώντας τα λόγια του J. Holloway: «Όταν, για παράδειγμα, αγοράζουμε ένα αυτοκίνητο, η σχέση ανάμεσα στους παραγωγούς ενός αυτοκινήτου και στην δική μας εργασία λαμβάνει την μορφή μιας σχέσης ανάμεσα στο χρήμα και στο αυτοκίνητο: Η κοινωνική σχέση εμφανίζεται σαν σχέση μεταξύ πραγμάτων. Ακόμα κι όταν το έχουμε αντιληφθεί αυτό η σχέση ανάμεσα σε εμάς και τους εργάτες στην αυτοκινητοβιομηχανία συνεχίζει να διαμεσολαβείται από την εμπορευματική ανταλλαγή. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας δεν βρίσκεται μόνο στο μυαλό μας. Εγκαθίσταται και συνεχώς αναπαράγεται μέσω των κοινωνικών πρακτικών». Το συμπέρασμα, επομένως, είναι ότι όσο και να ξεσκεπάζεται η  «εμπορευματική απάτη» μέσω της επιστημονικής θεωρίας/κριτικής δεν παύει αυτή η απάτη να αναπαράγεται μέσω της καθημερινής εμπορευματικής πρακτικής εκατομμυρίων ανθρώπων, την οποία πρακτική την ασκούν για λόγους ανωτέρας βίας, επειδή η μισθωτή εργασία παραμένει ο κυρίαρχος εκβιασμός για την επιβίωση μας, θα λέγαμε χρησιμοποιώντας το ανταγωνιστικό λεξιλόγιο.
Επιπροσθέτως, αφού η (ανταλλακτική) αξία δεν υπάρχει ουσιαστικά αλλά δημιουργείται ως μορφή της αλλοτριωμένης εργασίας κι η αλλοτριωμένη εργασία έχει στην βάση της έναν καταναγκασμό/ εκβιασμό[5] και αποτελεί μια μορφή εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο[6] μπορούμε να φτάσουμε σε ένα κρίσιμο σημείο για την κριτική κατανόηση των εμπορευματικών σχέσεων: Ότι αυτές αποτελούν μεν την κυρίαρχη υλική πραγματικότητα με βάση την οποία συνάπτουμε κοινωνικές σχέσεις τους τελευταίους 3 αιώνες, αλλά ταυτόχρονα αποτελούν και μια μορφή κοινωνικών σχέσεων βασιζόμενων στον ταξικό ανταγωνισμό. Στην υλική κυριαρχία των δυνάμεων της αστικής τάξης απέναντι στις δυνάμεις του προλεταριάτου και στην αντίσταση που αυτές προβάλλουν. Στο πεδίο του φετιχισμού του εμπορεύματος π.χ. πράγματι η κυρίαρχη/διαδεδομένη κοινωνικά αντίληψη θέλει τα εμπορεύματα να κουβαλάν πάνω τους μια (ανταλλακτική) αξία, με βάση την οποία ανταλλάσσονται. Ταυτόχρονα, όμως, βλέπουμε καθημερινές εχθροπραξίες ανάμεσα σε προλετάριους που προσπαθούν να πάρουν κάτι χωρίς να πληρώσουν και σε μισθοδοτούμενους από την αστική τάξη φρουρούς του (τελικά όχι και τόσο) «αυτονόητου» του σεβασμού της ανταλλακτικής αξίας των προϊόντων. Ή αυτή η κυρίαρχη αντίληψη χάνει έδαφος τα τελευταία χρόνια όσον αφορά προϊόντα διανοητικής εργασίας, πολλοί παραγωγοί και χρήστες των οποίων τα διακινούν χωρίς αντίτιμο στο διαδίκτυο, θεωρώντας τα ως αντικείμενα κοινής ιδιοκτησίας.
Μόνο με βάση την παραπάνω ανταγωνιστική αντίληψη μπορούμε να δεχτούμε την κυριαρχία των εμπορευματικών σχέσεων και της συνακόλουθης φετιχοποίησης του κόσμου. Γι’ αυτό και το μέτωπο  της ιδεολογίας,  της από-φετιχοποίησης  του κόσμου, της ταξικής συνείδησης εντέλει, το βλέπουμε σαν ένα μέτωπο μάχης πάντα ανοικτό και διαμορφώσιμο με βάση τα αποτελέσματα των υλικών μαχών που δίνονται στους χώρους εργασίας και στους δρόμους. Ακόμα παραπέρα, θεωρούμε ότι καθοριστικό ρόλο στους ιδεολογικούς συσχετισμούς που διαμορφώνονται κατέχουν πραγματικά Συμβάντα, όπως αυτό που συνέβη στις ελληνικές πόλεις τον Δεκέμβρίο του 2008, κατά την διάρκεια των οποίων ο «αναποδογυρισμένος κόσμος» ξαναγυρίζει ανάποδα λόγω της εξεγερτικής/επαναστατικής δράσης των προλετάριων, με αποτέλεσμα, έστω και για λίγο, πολλοί/ες από αυτούς/ες να στεκόμαστε με τα πόδια κάτω στο έδαφος και το κεφάλι πάνω στο σώμα και να βλέπουμε τον κόσμο έτσι ακριβώς όπως πραγματικά είναι, χωρίς τους φετιχισμούς του εμπορεύματος και της (αστικής) ιδεολογίας.

ІV



Έχοντας κατακτημένη την παραπάνω αντίληψη περί της κεντρικότητας του ανταγωνισμού στις παραγωγικές/εμπορευματικές/κοινωνικές σχέσεις, μπορούμε να προχωρήσουμε την ανάλυση μας γύρω από την θεαματικότητα αυτών των σχέσεων.
Μια τέτοια ανοιχτή αντίληψη που θεωρεί ότι η ιστορία εντέλει διαμορφώνεται από την αυτόνομη υποκειμενική δράση των κοινωνικών τάξεων, στέκεται εχθρικά απέναντι σε οποιαδήποτε ιδεολογία θεωρεί παγιωμένη την εμπορευματική μορφή των κοινωνικών σχέσεων, κι οπότε τοποθετεί τις κοινωνικές τάξεις σε αντικείμενα της παραγωγικής/κοινωνικής δραστηριότητας, Μια τέτοια ιδεολογία αναπαραγάγεται από μια πλειάδα μαρξιστικών ρευμάτων, που απαλείφουν τα κριτικά προς την πολιτική οικονομία χαρακτηριστικά του έργου του Μαρξ, αντικαθιστώντας τα από έναν στείρο οικονομικισμό που απλά επεξηγεί τις καπιταλιστικές σχέσεις και εξωθώντας την δυνατότητα της επαναστατικής ανατροπής σε ένα μακρινό κι ακαθόριστο μέλλον, το οποίο μόνο εξωτερικά ως προς την καπιταλιστική πραγματικότητα μπορεί να εννοηθεί. Η λενινιστική ιδεολογία κρατάει τα σκήπτρα αυτής της αντεπαναστατικής αντίληψης, θεωρώντας την εργατική τάξη ως αντικείμενο της παραγωγικής διαδικασίας, η αυτόνομη δραστηριότητα της οποίας σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα θεσμικά όρια της φετιχοποιημένης συνδικαλιστικής συνείδησης, των οικονομικών αγώνων γύρω από τη διατίμηση της εργατικής δύναμης. Η ταξική συνείδηση, υποστηρίζεται συνεπώς, δεν μπορεί παρά να εισάγεται εξωτερικά ως προς την συνείδηση των εργατών, από τους διανοούμενους, των οποίων η μόρφωση τους επιτρέπει «να κατανοήσουν τους αντικειμενικούς όρους της ιστορικής κίνησης».
Τον δρόμο του Λένιν ακολούθησαν και προέκτειναν κοινωνιολόγοι όπως ο Αλτουσέρ και γενικότερα το ρεύμα του (μετα)στρουκτουραλιστικού μαρξισμού, το οποίο αντιλαμβάνεται τις παραγωγικές σχέσεις τόσο ως ένα κλειστό σύστημα[7], όσο και διαχωριζόμενο εσωτερικά σε διάφορες διακριτές σφαίρες (οικονομία, πολιτική, ιδεολογία κ.α.), σφαίρες οι οποίες θεωρούνται ότι μπορούν να κατακτήσουν κι έναν βαθμό αυτονομίας, ως εποικοδόμημα της υλικής βάσης των παραγωγικών σχέσεων[8]. Σε διαφορετικό μήκος κύματος, αλλά εκκινώντας από την ίδια φετιχοποιημένη βάση, οι αναλύσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης (Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Μαρκούζε κτλ.) μπορούν να προσφέρουν μια οξυδερκή κριτική ματιά στις εμπορευματικές σχέσεις και στην ιδεολογική κυριαρχία τους μέσα στους κόλπους της εργατικής τάξης, αλλά δεν δύνανται να αναγνώσουν σημάδια ανατροπής μέσα σε μια θλιβερή καπιταλιστική πραγματικότητα. Και πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς σ’ ένα ιστορικό πλαίσιο όπου οι απαισιόδοξες προβλέψεις τους συνοδεύουν την καταναλωτική συμπεριφορά της μεταπολεμικής εργατικής τάξης;[9]
Αν, ακολούθως, ο φετιχισμός του εμπορεύματος αποτελεί την υλική βάση των διαφόρων ειδών φετιχισμών που συναντάμε γύρω μας στην θεαματική κοινωνία του σήμερα, δεν είναι καθόλου δύσκολο να διακρίνουμε και στους ανταγωνιστικούς/ριζοσπαστικούς κύκλους έναν υφέρπον μεταμοντέρνο λενινισμό γύρω από την δυναμική του Θεάματος, εννοούμενο ως διακριτή και αυτονομημένη σφαίρα της καπιταλιστικής κοινωνίας.
 «Αναμφίβολα», διαβλέπει κι ο ίδιος ο Ντεμπόρ, «η κριτική έννοια του θεάματος μπορεί να εκχυδαϊστεί σε κάποια κούφια φόρμουλα της κοινωνιολογικό-πολιτικής ρητορικής, για να εξηγήσει και να καταγγείλει αφηρημένα τα πάντα, και έτσι να χρησιμεύσει για την υπεράσπιση του θεαματικού συστήματος. Γιατί είναι φανερό ότι καμιά ιδέα δεν μπορεί να οδηγήσει πέρα από το υπάρχον θέαμα, αλλά μονάχα πέρα από τις υπάρχουσες ιδέες για το θέαμα. Για να καταστραφεί πραγματικά η κοινωνία του θεάματος, χρειάζονται άνθρωποι που βάζουν σε ενέργεια μια πρακτική δύναμη. Η κριτική θεωρία του θεάματος δεν είναι αληθινή παρά ενοποιημένη με το πρακτικό ρεύμα της άρνησης στην κοινωνία, και αυτή η άρνηση, η επανάληψη της επαναστατικής ταξικής πάλης, θα αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της αναπτύσσοντας την κριτική του θεάματος, που είναι η θεωρία των πραγματικών του συνθηκών, των πρακτικών συνθηκών της τωρινής καταπίεσης, και αντίστροφα αποκαλύπτει το μυστικό αυτού που θα μπορούσε να είναι. Αυτή η θεωρία δεν περιμένει θαύματα από την εργατική τάξη. Θεωρεί τη νέα διατύπωση και την πραγματοποίηση των προλεταριακών απαιτήσεων σαν ένα μακρόπνοο καθήκον. Για να διαχωρίσουμε τεχνητά θεωρητική πάλη και τεχνική πάλη –γιατί πάνω στη βάση που καθορίστηκε εδώ, η ίδια η σύσταση και η επικοινωνία μιας τέτοιας θεωρίας δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς μια ρωμαλέα πρακτική-, είναι βέβαιο ότι η σκοτεινή και δύσκολη πορεία της κριτικής θεωρίας θα πρέπει να είναι επίσης η τύχη του πρακτικού κινήματος που δρα στην κλίμακα της κοινωνίας. »[10].
Στα πλαίσια λοιπόν αυτού «του πρακτικού κινήματος που δρα στην κλίμακα της κοινωνίας», μπορούμε να διακρίνουμε δυο οργανωμένα συλλογικά εγχειρήματα που άσκησαν έμπρακτη κριτική στην θεαματική κοινωνία, το διάστημα αμέσως μετά το Συμβάν της εξέγερσης του Δεκεμβρίου του 2008: Την Κατάληψη της ΕΣΗΕΑ από εργαζόμενους/φοιτητές των ΜΜΕ και την Κατάληψη της Εθνικής Λυρικής Σκηνής από εργαζόμενους/φοιτητές στον χώρο της τέχνης. Μέσα στα πλαίσια αυτών των εγχειρημάτων ακούστηκαν φωνές που αντιμετώπιζαν διαχωρισμένα το ζήτημα του λόγου, της αντιπληροφόρησης, της συνείδησης του «εξεγερμένου/ης» από τα («συντεχνιακά») εργασιακά ζητήματα των εργαζομένων στις βιομηχανίες των ΜΜΕ, της τέχνης και του θεάματος και της προτεινόμενης απεύθυνσης στους «μη-εξεγερμένους» συναδέλφους των καταληψιών εργαζομένων.
Στην περίπτωση της Κατάληψης της ΕΣΗΕΑ, αυτές οι απόψεις διαχωρίστηκαν, μετά την λήξη του εγχειρήματος, με την κυρίαρχη άποψη στην εργατική συνέλευση να επιμένει στον μη διαχωρισμό της αντιπληροφόρησης από την ενασχόληση με τα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην μισθωτή/άμισθη καθημερινότητα μας. Βρήκαν, όμως εύφορο έδαφος για να εκφραστούν στην κατάληψη της Λυρικής, όπου οι καταληψίες σε απειροελάχιστο και πολύ διερευνητικό επίπεδο τοποθετήθηκαν και ως εργατικά υποκείμενα, προτιμώντας την «αφηρημένη» κατηγοριοποίηση του «εξεγερμένου/ης». Εκεί, μάλιστα, υπήρξαν τοποθετήσεις από συντρόφους συμμετέχοντες στην κατάληψη που πριμοδοτούσαν το αναπόφευκτο αυτού του διαχωρισμού, στην βάση ενός σκεπτικού ότι η ενασχόληση σε επαγγελματικό/θεαματικό επίπεδο με την τέχνη αποτελεί μια «ολοκληρωτικά αλλοτριωμένη διαδικασία», που δεν αφήνει έδαφος στην δημιουργική ανατρεπτικότητα που μπορεί να εκφραστεί μόνο σε «ξεκάθαρα» αντιεμπορευματικές/αντιθεαματικές αυτοοοργανωμένες δομές, όπως θεωρούταν η κατάληψη της Λυρικής.
Βλέπουμε, λοιπόν, να αναπτύσσονται μέσα στους ίδιους τους αντιθεαματικούς κύκλους λογικές που αντιμετωπίζουν το ζήτημα της (ταξικής/εξεγερσιακής/επαναστατικής) συνείδησης ως διαχωρισμένο από την εμπορευματική πραγματικότητα που μας αναγκάζει να σπουδάζουμε, να δουλεύουμε, να πουλάμε την εργατική μας δύναμη και να καταναλώνουμε αυτά που παράγουμε. Η αντιεμπορευματική/αντιθεαματική συνείδηση θεωρείται ότι αναπτύσσεται εξωτερικά αυτής της «αλλοτριωμένης» πραγματικότητας, στην βάση διαδικασιών στελεχωμένων από υποκείμενα που αναπτύσσουν έναν δικό τους αντιεμπορευματικό/αντιθεαματικό δίκτυο κοινωνικών σχέσεων.  Πίσω από μια τέτοια πρακτική/λογικη που αναπτύσσεται τα τελευταία χρόνια μέσα στους κόλπους κινηματικών εγχειρημάτων, αντιλαμβανόμαστε δυο κύρια  προβληματικά στοιχεία: Πρώτον, μια υφέρπουσα αντιμετώπιση των εμπορευματικών/θεαματικών σχέσεων ως σχέσεων ολοκληρωτικά αλλοτριωτικών, που ναι μεν δύσκολα τις αποφεύγουμε λόγω του μισθωτού εκβιασμού, αλλά από κει και ’πέρα ο ανταγωνισμός που ενυπάρχει σε αυτές σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να φτάσει στην ρίζα της καταστροφής αυτών των σχέσεων. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε δομές «απελευθερωμένες» από τους καταναγκασμούς του εμπορεύματος και του θεάματος, που λειτουργούν ως «χειρονομίες» προτακτικές για την δημιουργία ενός άλλου είδους κοινωνίας, κι αυτό είναι το δεύτερο προβληματικό σημείο.
Δεν μπορούμε, με βάση και τις σελίδες που προηγήθηκαν, παρά να διαφωνούμε με τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Το Θέαμα δεν παράγεται στους ουρανούς της αλλοτρίωσης, σε ένα σύστημα απολύτως ξένο και διαχωρισμένο από τις αντιφάσεις της ανθρώπινης εργασίας. Αντίθετα, εμείς παράγουμε το Θέαμα, όπως κι εμείς παράγουμε το Κεφάλαιο, όπως κι εμείς παράγουμε όλα τα εμπορεύματα κι οτιδήποτε άλλο υλικό και άϋλο επεξεργαζόμαστε με τα χέρια και το μυαλό μας εμείς οι εργαζόμενοι στις αρχές του 21ου αιώνα. Το ότι παράγουμε μια καταπιεστική και αλλοτριωμένη για εμάς τους ίδιους πραγματικότητα, είναι ένα πρόβλημα που το παραδεχόμαστε απόλυτα, δεν ντρεπόμαστε γι’ αυτό και φιλοδοξούμε να το λύσουμε αντιμετωπίζοντας το κατάματα, και σίγουρα όχι διοχετεύοντας την δημιουργικά καταστρεπτική μας δύναμη σε ιδεατές νησίδες «απελευθερωμένες» από τους εμπορευματικούς/θεαματικούς καταναγκασμούς που συναντάμε παντού γύρω μας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, δεν αντιμετωπίζουμε την έντυπη, τηλεοπτική, διαδικτυακή, κινηματογραφική, θεατρική, εικαστική και γενικότερα θεαματική πραγματικότητα που μας κατακλύζει ως μια συνωμοσία εκφοράς ψεμάτων των αφεντικών, με στόχο την υφαρπαγή της συναίνεσης των καταπιεσμένων. Συμφωνούμε αντίθετα ότι, «μέσα στον κόσμο που στην πραγματικότητα είναι αναποδογυρισμένος το αληθινό είναι μια στιγμή του ψεύτικου»[11]. Δεν πιστεύουμε, οπότε, ότι είναι δυνατή η κατάκτηση της «αλήθειας», η ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης μέσω της πολιτικής προπαγάνδισης «αυτών που μας κρύβουν» με στόχο την δημιουργία της ιδέας «μια άλλης κοινωνίας» εκτός των υφιστάμενων κοινωνικών δομών διαμεσολάβησης της εργασίας, της πληροφορίας, της τέχνης. Το ανάποδο. Θέλουμε σ’ αυτήν την κοινωνία και στο χρονικό διάστημα που μας επιτρέπει η θνητή μας φύση, να φέρουμε τα πάνω-κάτω και τα κάτω-πάνω, να δημιουργήσουμε ανατρεπτικά Συμβάντα, μέσα κι έξω από τους χώρους εργασίας μας, που θα μιλάνε από μόνα τους, χρησιμοποιώντας (αναλόγως της συλλογικής μας διάθεσης κι απόφασης) λόγια, εικόνες, φωτογραφίες, ιστοσελίδες, ραδιοφωνικά/τηλεοπτικά στούντιο και τεχνικά μέσα απαλλοτριωμένα  από το μονόλογο του θεάματος που διαχειρίζονται τ’ αφεντικά.
«Να χειραφετηθεί από τις υλικές βάσεις της αντεστραμμένης αλήθειας, ιδού σε τι συνίσταται η αυτό-χειραφέτηση της εποχής μας. Αυτή την «ιστορική αποστολή της εγκαθίδρυσης της αλήθειας στον κόσμο» δεν μπορούν να τη φέρουν σε πέρας ούτε το απομονωμένο άτομο, ούτε το εξατομικευμένο πλήθος το υποταγμένο στις χειραγωγήσεις, αλλά μονάχα η τάξη η ικανή να είναι η διάλυση όλων των τάξεων, ανάγοντας όλη την εξουσία στην από-αλλοτριωτική μορφή της πραγματοποιημένης δημοκρατίας, στο Συμβούλιο, όπου η πρακτική θεωρία αυτό-ελέγχεται και βλέπει την δράση της. Μονάχα εκεί τα άτομα είναι «άμεσα συνδεδεμένα με την παγκόσμια ιστορία»· μονάχα εκεί ο διάλογος έχει οπλιστεί για να επιβάλλει τους όρους του»[12].




[1] Υπογράμμιση που ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι η πλειοψηφία των παραστάσεων στην καπιταλιστική, θεαματική κοινωνία είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητες από την πραγματικότητα, με την έννοια τουλάχιστον που αντιλαμβανόμαστε αυτή την έννοια της ανεξαρτησίας στην κριτική που άσκησαν οι καταστασιακοί στην διαχωρισμένη από την ζωή τέχνη.
[2] Και μάλιστα, σε εκδηλώσεις αντιπληροφόρησης για γεγονότα του παρελθόντος ή του παρόντος χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο η θεαματικά παραγόμενη από ΜΜΕ εικόνα π.χ. από συγκρούσεις, με τους θεατές απλά να αντιστρέφουν τα θεαματικά παρεπόμενα τέτοιων εικόνων, με τρόπο τέτοιο που να ικανοποιείται η υποκειμενική τους αντίληψη γύρω από τις συγκρούσεις. Αντιστρέφονται, με άλλα λόγια, τα θεαματικά στερεότυπα τέτοιων εικόνων, με τρόπο τέτοιο που να ικανοποιούνται οι θεαματικοί φετιχισμοί που σε μερικές περιπτώσεις συναντάμε στον αναρχικό/αντιεξουσιαστικό /αυτόνομο χώρο γύρω από το ζήτημα της (αντι)βίας.
[3] Η ίδια η δράση που τελικά έγινε ανεξάρτητα από την κατάληψη της ΑΣΟΕΕ, από την ομάδα των ανθρώπων που την πρότεινε, απαντούσε με τα χαρακτηριστικά που έθεσε (μια επιθετική κίνηση που σαμπόταρε την κανονικότητα της θεαματικής διαδικασίας του προγράμματος της ΝΕΤ, μεταδίδοντας το οπτικό μήνυμα ανθρώπων που συνδιαλέγονται με άλλους ανθρώπους, τηλεθεατές στην περίπτωση μας, λέγοντας τους να σταματήσουν να κοιτάνε και να βγούνε στους δρόμους) στην απαξιωτική κριτική που είχε ασκηθεί σε αυτήν την κίνηση, ως εκ των προτέρων θεαματική.
[4] «Ομοιότητα διαφορετικών εργασιών», που όπως επισημαίνει ξανά και ξανά ο Μαρξ, «μπορεί να υπάρχει μόνο στην αφαίρεση από την πραγματική τους ανισότητα, στην αναγωγή τους στο κοινό εκείνο χαρακτηριστικό, που το ’χουν σαν ξόδεμα ανθρώπινης εργατικής δύναμης, αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας».
 [5] Το προλεταριάτο δημιουργείται από την στιγμή που στερείται με βίαιο τρόπο τους κοινοτικούς δεσμούς του και την αντίστοιχη γη, στην καλλιέργεια της οποίας βασιζόταν η επιβίωση του (βλ. περιφράξεις κοινοτικών γαιών ως γενέθλια πράξη της καπιταλιστικής συσσώρευσης).
[6] «Η συγκεκριμένη οικονομική μορφή με την οποία αντλείται απλήρωτη υπερεργασία από τους άμεσους παραγωγούς, καθορίζει την σχέση κυριαρχίας και υποδούλωσης, καθώς αναδύεται από την ίδια την παραγωγή και με την σειρά της, επιδρά πάνω της ως καθοριστικό στοιχείο. Πάνω σε αυτήν όμως, θεμελιώνεται ολόκληρη η διαμόρφωση της οικονομικής κοινότητας η οποία προκύπτει από τις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις ταυτόχρονα με την συγκεκριμένη πολιτική μορφή της». (Καρλ Μαρξ, «Το Κεφάλαιο», Γ΄ Τόμος, το απόσπασμα όπως παραθέτεται από τον J. Holloway).
[7] Με τα λόγια του Γκύ Ντεμπόρ: «Η επιβεβαίωση της οριστικής σταθερότητας μιας βραχύχρονης περιόδου παγώματος του ιστορικού χρόνου είναι η αναμφισβήτητη βάση, που διακηρύσσεται ασυνείδητα και συνειδητά, της σύγχρονης τάσης προς μια στρουκτουραλιστική συστηματοποίηση. Η οπτική γωνία που τοποθετείται η αντι-ιστορική σκέψη του στρουκτουραλισμού είναι αυτή της αιώνιας παρουσίας ενός συστήματος που ποτέ δεν δημιουργήθηκε και ποτέ δεν θα πάψει να υπάρχει».
[8] Συνεχίζοντας την παράθεση των λεγόμενων του Ντεμπόρ από την τελευταία υποσημείωση «Το όνειρο της δικτατορίας μιας ασυνείδητης και δοσμένης εκ των προτέρων δομής πάνω σε κάθε κοινωνική πρακτική μπόρεσε να εξαχθεί καταχρηστικά από τα μοντέλα δομών που επεξεργάστηκαν η γλωσσολογία και η εθνολογία (αν όχι και η ανάλυση της λειτουργίας του καπιταλισμού), μοντέλα που είχαν ήδη παρανοηθεί κατά τρόπο αυθαίρετο σ’ αυτές τις περιστάσεις, απλώς και μόνο επειδή μια πανεπιστημιακή σκέψη μεσαίων στελεχών, γεμάτων αυτοϊκανοποίηση, μια σκέψη ολοκληρωτικά αφιερωμένη στην εκστατική εξύμνηση του υπάρχοντος συστήματος, ανάγει απροσχημάτιστα κάθε πραγματικότητα στην ύπαρξη του συστήματος». (Θέση 201 στο «Η Κοινωνία του Θεάματος», οι υπογραμμίσεις είναι του Ντεμπόρ).
[9] Σε καμιά περίπτωση δεν θέλουμε να απαξιώσουμε το πλούτο του έργου που συναντάμε στην «Κριτική Θεωρία», ειδικότερα όταν πολλές αναλύσεις τους εκκινούσαν από την βάση της άρνησης ως εμμενές κομμάτι της διαλεκτικής της σύγκρουσης κεφαλαίου-εργασίας. Περισσότερο μας ενδιαφέρει να καταδείξουμε (έστω και με το χοντροκομμένο τρόπο που μας επιτρέπει μια τέτοια έκδοση) τα ιστορικά όρια αυτών των προσεγγίσεων, που παρήχθησαν σε μια εποχή ήττας και αποσύνθεσης του εργατικού κινήματος (αποτυχία προλεταριακών επαναστάσεων σε Ρωσία και Ευρώπη, άνοδος του φασισμού, συνδικαλιστική ενσωμάτωση των αγώνων στο μοντέλο του κράτους πρόνοιας κτλ.), και του συνακόλουθου προνομιακού που αποδίδουν στους διανοούμενους, λόγω των λενινιστικών καταβολών αυτού του ρεύματος.
[10] θέση 203 της «Κοινωνίας του Θεάματος», οι υπογραμμίσεις δικές μας.
[11] Θέση 9 από το «Η Κοινωνία του Θεάματος», οι υπογραμμίσεις είναι του Ντεμπόρ.
[12] Θέση 221 με την οποία τελειώνει «Η Κοινωνία του Θεάματος».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου