Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το Workfare στη ζωή μου

(ή 56 μέρες «κοινωφελούς εργασίας» στον πολιτισμό)


Οι μεν ιθαγενείς λειτουργούν τελικά μόνο με τον βούρδουλα, έχουν αυτή την αξιοπρέπεια, ενώ οι Λευκοί, τελειοποιημένοι χάρη στη δημόσια εκπαίδευση, δουλεύουν από μόνοι τους. Ο βούρδουλας κουράζει στο τέλος αυτόν που τον χειρίζεται, ενώ η ελπίδα δύναμης και πλούτου με την οποία μπουκώνονται οι Λευκοί δεν στοιχίζει τίποτα, τίποτα απολύτως.
 Λουί Φερντινάν Σελίν/Ταξίδι στην άκρη της νύχτας



Όταν έκανα αίτηση για τα «κοινωφελή προγράμματα στον πολιτισμό» τον Αύγουστο του 2013 είχα συμπληρώσει 2 μήνες ανεργίας μετά από ένα 8μηνο εργασίας για 490 ευρώ στα ΕΛΤΑ, και δικαιούμουνα το τριμηνίαιο επίδομα του ΟΑΕΔ (200κάτι ευρώ). Ταυτόχρονα δούλευα, περιστασιακά αλλά συνεχόμενα, ως «ιδιώτης συνεργάτης» της ΕΛ.ΣΤΑΤ.[1], βγάζοντας από αυτό ετήσια περίπου 2.500 ευρώ (200 ευρώ, αν δίνονταν κάθε μήνα). Επίσης, το διάστημα των διακοπών αντικαθιστούσα έναν φίλο γραφίστα στις άδειες που έπαιρνε από την οικονομική εφημερίδα που εργάζεται, με απόδειξη δαπανών (40 ευρώ μεροκάματο με παρακράτηση φόρου). Τα σταθερά έξοδα της κατοικίας μου κυμαίνονται στα 150-200 ευρώ το μήνα, χωρίς να πληρώνω ενοίκιο (μένω σε ένα δυάρι αγορασμένο από το εφάπαξ της σύνταξης του πατέρα μου). Χωρίς λοιπόν να έχω πληρώσει ακόμα το χαράτσι και χωρίς να πληρώνω σχεδόν ποτέ τους λογαριασμούς στην ώρα τους, τα κατάφερνα εκείνη την περίοδο να επιβιώνω ως άνεργος, «στριμόκωλα» μεν, αλλά όχι μίζερα (π.χ. έκανα και 4 εβδομάδες φθηνές διακοπές ελεύθερης κατασκήνωσης σπαστές σε 3 δόσεις).

Τα καθημερινά μου έξοδα έχουν κυρίως να κάνουν με έξοδα μηχανής, τσιγάρα και μπύρες, σπάνια θα φάω έξω, κάτι βέβαια που συνεπάγεται και αρκετές ώρες την εβδομάδα οικιακής εργασίας (συν σεβαστό μέρος του χρόνου μου αφιερωμένο σε 3 εβδομαδιαίες αυτοοργανωμένες συνελεύσεις). Ζώντας υπό αυτές τις συνθήκες, αν και μεγάλο μέρος αυτού του διαστήματος θεωρούμε άνεργος, κάθε μέρα νοιώθω ότι έχω πάρα πολλά να κάνω. Δεν παραπονιέμαι ακριβώς, γιατί η «πολυδραστηριοποιήση» είναι κάτι που αν μη τι άλλο το έχω επιλέξει και άρα μου προσφέρει σίγουρα ικανοποίηση, απλώς αρκετές φορές γκρινιάζω στους φίλους μου ότι τρέχω συνεχώς σε «σκατοδουλειές» για ψίχουλα, ότι δεν προλαβαίνω να βρω ελεύθερο χρόνο για να «αράξω» («καλά ρε κωλόχιππα δεν σου έφτασε ένας μήνας διακοπές;») και δυσκολεύομαι πάρα πολύ να απαντήσω στα «απλά» ερωτήματα (που θέτω σε άλλους στις έρευνες της ΕΛ.ΣΤΑΤ.!) «τι δουλειά κάνεις;», «είσαι εργαζόμενος ή άνεργος;».

Η σχέση μου με τα «κοινωφελή προγράμματα του ΟΑΕΔ» ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα το καλοκαίρι του 2012, όταν με ένα χρόνο κάρτα ανεργίας έκανα ταυτόχρονα αίτηση και πέρασα για να δουλέψω ως 5μηνος (για 625 «τον μήνα») στο ΙΝΕ-ΓΣΕΕ και ως 8μηνος (για 490) στα ΕΛ.ΤΑ. Επέλεξα το δεύτερο γιατί ήμουνα υποψιασμένος για το τι συνεπάγεται το «κατά παρέκκλιση των νόμιμων συλλογικών συμβάσεων» που θα υπέγραφα με… τη ΓΣΕΕ. Δεν έκανα λάθος. Τα λεφτά όταν εργάζεσαι με συλλογική σύμβαση (μια σπάνια εμπειρία στα 29 μου χρόνια) είναι πάντα πολύ παραπάνω γιατί μπαίνουν τουλάχιστον δώρα Χριστουγέννων/Πάσχα και επιδόματα αδείας και γενικώς έχεις κάποια δικαιώματα που εγώ στα ΕΛ.ΤΑ. τα εκμεταλλεύθηκα στο έπακρο (π.χ. «αρρώστησα» 2 μέρες προς το τέλος του 8μήνου χωρίς να χάσω το μεροκάματο). Οπότε και παραπάνω λεφτά έβγαλα και σπατάλησα λιγότερο χρόνο δουλειάς απ’ ότι αρχικά υπολόγιζα[2]. Παρ’ όλα αυτά επέλεξα να συμμετάσχω το 2012-13 στη συνέλευση που δημιουργήθηκε από ανέργους/εργαζόμενους στην κοινωφελή εργασία (συνεκοχ για συντομία), έχοντας την εκτίμηση ότι πρόκειται για ένα μοντέλο εργασίας που θα μου «χτυπούσε την πόρτα».

Δυστυχώς, έπεσα και σ’ αυτό μέσα και τον δεκαπενταύγουστο του ’13 συμπλήρωσα μια προκήρυξη για «μέχρι 7μηνες εργασία στα κοινωφελή του πολιτισμού» ως εργάτης γενικών καθηκόντων. Το μηνιάτικο θα ήταν 625 ευρώ και θα μας το έδινε μια (ας την λέμε) «ΜΚΟ» που θα μας νοίκιαζε σε ένα (ας το πούμε) «Μουσείο», αμφότεροι με σκοπό την προώθηση του (ας τον πούμε) «ελληνικολαϊκού πολιτισμού». Τον Σεπτέμβριο έμαθα με πολύ χαρά ότι ήμουνα στους 16 επιτυχόντες και την πρώτη Κυριακή του Οκτώβρη, καθώς χάζευα στους δρόμους της Σαλόνικα (είχαμε ανέβει με τη Σ.ΚΥ.Α. σε εκδήλωση-παρουσίαση στην κατάληψη ΥΦΑΝΕΤ της μπροσούρας «workfare: η συνέχεια της ανεργίας με άλλα μέσα»[3]) το διπλανό σύνθημα (βλ. φώτο) σκάει τηλέφωνο στο κινητό να παρουσιαστώ στα γραφεία της ΜΚΟ να υπογράψω για να ξεκινήσω να δουλεύω από Δευτέρα. Ξεκινάω λοιπόν την «καριέρα» μου με «άρνηση εργασίας», λέγοντας τους ότι λείπω σε διήμερο ταξίδι και μπορώ να υπογράψω Δευτέρα για να ξεκινήσω Τρίτη.

Ούτε την Δευτέρα υπογράφω, αλλά μου λένε ότι έχουν έτοιμη την αναγγελία πρόσληψης μου στον ΟΑΕΔ, ενώ με ενημερώνουν «για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις» ότι το διάστημα εργασίας μου θα είναι μέχρι 31 Δεκέμβρη, 3 παρά κάτι μήνες δηλαδή αντί για 7, και ότι θα πληρώνομαι 25 ευρώ την ημέρα και όχι μηνιαίο μισθό. Εγώ «παγώνω» από την ποσότητα των αρνητικών πληροφοριών, απέναντι στις οποίες πρέπει να απαντήσω άμεσα με ένα τηλεφωνικό ναι ή όχι, υπεραμύνομαι ότι έκανα αίτηση για 7μηνο, αυτοί απαντάνε ότι το πρόγραμμα αναγκαστικά λήγει το 2013, αλλά θα κοιτάξουν αν γίνεται να παραταθεί. Τελικά, δίνω το τηλεφωνικό οκ με το οποίο ο ΟΑΕΔ με διαγράφει από άνεργο.

Το επόμενο πρωί πάω στο «Μουσείο», όπου η πρώτη μου εικόνα είναι ένα ψήφισμα διαμαρτυρίας με υπογραφή «συμβασιούχοι στα κοινωφελή του πολιτισμού» που καταγγέλλουν ότι δουλεύουν πάνω από 4 μήνες απλήρωτοι. Ο υπεύθυνος του «Μουσείο», στον οποίο μ’ έχουν παραπέμψει, αφού μου λέει ότι γίνεται ένα μπάχαλο μ’ εμάς γιατί δεν τους έχει σταλεί καν η λίστα των επιτυχόντων από την «ΜΚΟ», με ρωτάει τι προϋπηρεσία έχω. Του απαριθμώ την προϋπηρεσία μου σε delivery, τηλεφωνικά κέντρα, στατιστικές έρευνες, γραφιστική και δημοσιογραφία κι ενδιαφέρεται μόνο για τα τελευταία, τα οποία τα έχω σπουδάσει αν μη τι άλλο. Μου λέει ότι έχουν ανάγκη από κόσμο να συντάξει μια δημοσιογραφική παρουσίαση του έργου του νέου κτιρίου στο οποίο θα μεταστεγαστεί το «Μουσείο» τα επόμενα χρόνια, οπότε θα μου αναθέσουν μαζί με μάλλον έναν «ωφελούμενο» αυτό το έργο. Εγώ τονίζω ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στο να ξεκινήσω να δουλεύω γιατί δεν έχω υπογράψει σύμβαση. Συμφωνεί ότι μπορώ να φύγω αφού δεν έχει λυθεί αυτή η εκκρεμότητα και μου εγγυάται ότι θα πληρωθώ τα συγκεκριμένα ημερομίσθια. Πάω οπότε προς τα γραφεία της ΜΚΟ, όπου βρίσκονται σε ένα κτίριο χωρίς κουδούνια και που απ’ έξω περιμένουν κάποιοι άλλοι «ωφελούμενοι», από πρόγραμμα voucher όμως, που επίσης τους έψαχναν αφού η «ΜΚΟ» τους χρωστούσε λεφτά (δεν τους ξανάδα). Φεύγω, αφού η «ΜΚΟ» είναι άφαντη και τσακώνομαι μαζί τους τηλεφωνικά το απόγευμα για το θέμα του «στησίματος» και της μη υπογραφής σύμβασης.

Είμαι ακόμα προβληματισμένος για το αν αξίζει να ταλαιπωρηθώ με αυτήν την τρίμηνη ιστορία ή να κάνω αίτηση για ΕΛ.ΤΑ. ή κάποιο καινούριο 5μηνο πρόγραμμα των 490. Ψάχνω στο ίντερνετ πληροφορίες για την «ΜΚΟ» και φρικάρω ακόμα περισσότερο γιατί βρίσκω καταγγελίες ότι είναι «λαμόγια» και εξαπατούν εργαζόμενους. Αν και οι περισσότερες συμβουλές μου λένε να μην μπλέξω γιατί μυρίζει «πιστόλα», σκέφτομαι ψύχραιμα ότι με τους λίγους μήνες κάρτας ανεργίας που έχω δεν θα περάσω πουθενά αλλού με 28% ανεργία, άσε που σε μερικές μέρες κλείνω τα 30 και δεν θα ανήκω στην «πιο ωφελούμενη» σε μόρια κατηγορία των «νέων άνεργων μέχρι 29». Αποφασίζω, τελικά, να υπογράψω με την σκέψη ότι οι υπογραφές του ΑΣΕΠ και του ΕΣΠΑ μου διασφαλίζουν ότι κάποια στιγμή θα πληρωθώ. Όλη η παραπάνω διερώτηση «να αποδεχτώ την θέση ή όχι» κατάλαβα πόση σημασία έχει δυο μήνες αργότερα, όταν ο ΟΑΕΔ αποφάσισε να εξαφανίσει τέτοιου είδους διλήμματα, βγάζοντας εγκύκλιο ότι όποιος αρνείται θέση εργασίας στα κοινωφελή διαγράφεται αυτόματα από το μητρώο ανέργων του.

Καταφέρνω την επομένη να συναντηθώ με εκπρόσωπο της «ΜΚΟ» για να υπογράψω τη σύμβαση. Έχω πάει μαζί με μια φίλη δικηγόρο, που μου προσφέρει μια μικρή ψυχολογική ασφάλεια σε σχέση με αυτά που ετοιμάζομαι να υπογράψω. Η σύμβαση, πέρα από τα γνωστά «κατά παρέκκλιση των συλλογικών συμβάσεων», έχει και κάμποσα άλλα πρωτοποριακά σημεία: Με υπογραμμισμένα και bold αναφέρει ότι δεν θα πληρωθούμε μηνιαία αμοιβή, αλλά δεδουλευμένα ημερομίσθια, ότι δεν θα έχουμε καμιά οικονομική απαίτηση από την «ΜΚΟ», όσο δεν θα της έχουν καταβληθεί τα χρήματα από το ΕΣΠΑ, και ότι δεν μπορούμε να δημοσιοποιήσουμε σε ΜΜΕ πληροφορίες σε σχέση με αυτήν τη σύμβαση. Πουθενά, επίσης, δεν αναφέρει ωράριο εργασίας. Κάνω στο μυαλό μου την μετάφραση: πάνε να μας πληρώσουν λιγότερα από 625, μας απαγορεύουν να γκρινιάζουμε για τις καθυστερήσεις πληρωμών, μας απαγορεύουν να δημοσιοποιήσουμε καταγγελίες για δεδουλευμένα, θα έχουμε θέμα με το ωράριο και οπότε τον αριθμό των ένσημων που δικαιούμαστε. Υπογράφω ελπίζοντας ότι όλα αυτά θα τα αντιπαλέψω καλύτερα με τους καινούργιους συναδέλφους μου.

Έλα όμως που θα πάρει καιρό να μάθω πόσοι θα είμαστε τελικά αυτοί. Αρκετοί επιτυχόντες αρνήθηκαν τελικά την θέση (όπως παρά λίγο να κάνω κι εγώ) και η «ΜΚΟ» μέχρι και τη λήξη της εργασίας μας όχι μόνο δεν ασχολιότανε με την πληρωμή μας, αλλά ασχολιότανε «με το πάσο της» να βρει κόσμο για ολιγοήμερη απασχόληση. Γενικά, όλες οι ΜΚΟ στην πρώτη φάση των κοινωφελών προγραμμάτων (2012-2013) λειτουργούσαν με την εξής τακτική: Παίρνουμε όσους παραπάνω «ωφελούμενους» μπορούμε γιατί μας αναλογεί 5% κονδύλι σε έκαστο για «λειτουργικά έξοδα». Τα «λειτουργικά έξοδα» σε καμιά περίπτωση δεν ξοδεύονται στην γραφειοκρατική δουλειά που απαιτείται για να πληρωθούμε έγκαιρα, αλλά προφανώς αποτελούν την «ωφέλεια» που καρπώνεται η κάθε ΜΚΟ. Στην συγκεκριμένη περίπτωση απλώς είχαμε και έναν καινούριο παράγοντα, ότι ελαστικοποιήθηκε το διάστημα της προβλεπόμενης εργασίας, το «μέχρι 7 μήνες» δηλαδή εφαρμόστηκε ως ακόμα πιο μικρής χρονικής διάρκειας εργασίας από το 7μηνο και το 5μηνο –κάποιοι δουλέψαμε δυόμισι μήνες, άλλες 1-2 μήνες, οι τελευταίοι από τους 15 «επιτυχόντες» ήρθαν 3 εβδομάδες πριν απολυθούμε όλοι.

Εγώ βέβαια, λόγω της συμμετοχής μου στη συνεκοχ, ασχολιέμαι από την πρώτη στιγμή με τα ζητήματα που προκύπτουν. Μαθαίνω ότι την πληρωμή βάση ημερομισθίου δοκίμασαν να την εφαρμόσουν κι άλλες ΜΚΟ. Μια συναδέλφισσα από άλλη ΜΚΟ σε άλλο μουσείο, ενημέρωσε την συνεκοχ ότι μετά από 4 μήνες τους πλήρωσαν την πρώτη δόση χωρίς να τους υπολογίζουν την αργία του δεκαπενταύγουστου. Αυτή το έτρεξε, απευθυνόμενη στο Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο έλαβε απάντηση από την γραμματεία ελέγχου των κονδυλίων του ΕΣΠΑ ότι η πληρωμή στους «ωφελούμενους» γίνεται βάση του εργατικού δικαίου που ισχύει στην ασφάλιση στο ΙΚΑ, όπου για 40ώρη εβδομαδιαία εργασία αναλογούν 6 ένσημα (με το 5ημερο θεωρείται ότι καλύπτεται και το Σάββατο), οι αργίες υπολογίζονται επίσης στην πληρωμή και για κάθε μήνα πλήρους εργασίας αναλογούν 25 ένσημα. Με τη δικιά μας «ΜΚΟ» βέβαια, είχαμε μια πιο περίπλοκη κατάσταση. Η σύμβασή μας δεν ανέφερε ωράριο, ενώ η αναγγελία πρόσληψης του καθενός στον ΟΑΕΔ έλεγε διαφορετικές ώρες εβδομαδιαίας εργασίας. Εμένα έλεγε 56, της άλλης έλεγε 32, του άλλου 40, οπότε αρχίσαμε τα τηλέφωνα στη «ΜΚΟ» και στο Υπουργείο Πολιτισμού, ζητώντας διευκρινίσεις. Με αυτόν τον τρόπο, πετύχαμε την πρώτη «συνδικαλιστική νίκη», όπου συναντηθήκαμε για πρώτη και τελευταία φορά όλοι οι «ωφελούμενοι» μαζί με την «ΜΚΟ» με την οποία (μετά από κάποιες αστείες δικαιολογίες για το «λάθος») υπογράψαμε προσθήκη στη σύμβαση ότι εργαζόμαστε 5ημερο, 8ωρο που στάλθηκε και στον ΟΑΕΔ.

Εκτιμώ ότι το «μπάχαλο» με τα ωράρια, οι προσπάθειες των ΜΚΟ για πληρωμή με βάση τον αριθμό των ημερομισθίων και η, τελικά, φιλεργατική απόφαση του ΕΣΠΑ συνδέονται με τον εξής τρόπο: Το κονδύλι είναι συγκεκριμένο, ό,τι τυχόν περισσέψει επιστρέφεται στην Ε.Ε., και οι ΜΚΟ πέρα από το 5% δεν έπαιρναν κάτι παραπάνω. Αυτές προσπάθησαν μέσω των ημερομισθίων να παίρνουν ένα κονδύλι που αντιστοιχεί σε μηνιαία πληρωμή και να πληρώνουν με ημερομίσθια, «τρώγοντας» το υπόλοιπο. Αλλά τους έβαλε χέρι η αυθόρμητη συνδικαλιστική αντίδραση ημών των «ωφελουμένων» και η διαχείριση του ΕΣΠΑ –που, προφανώς, ως χρηματοδότης αντέδρασε στη «λαμογιά». Αυτή η ρύθμιση, την οποία αποδέχτηκε κι ο ΟΑΕΔ στα καινούρια 5μηνα, αποτελεί εν μέρει αναγνώριση ότι η κοινωφελής εργασία υπόκειται στις ρυθμίσεις του εργατικού δικαίου, όπως διεκδικούμε να συμβαίνει και με άδειες, αναρρωτικές, επιδόματα, αποζημιώσεις σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος κτλ.

Με τους καινούριους συναδέλφους με συνδέει μια κοινή ανησυχία για το ποιόν της ΜΚΟ, για το «αν θα πληρωθούμε» και για «λαμογιές» σαν αυτή με το ωράριό μας. Διαχωριζόμαστε, όμως, όσον αφορά την αντίληψη μας για την «κοινωφελή εργασία» συνολικά. Χωρίς να συμφωνούν με την έλλειψη εργασιακών δικαιωμάτων και την καθυστέρηση πληρωμών, οι περισσότερες το βλέπουν πράγματι ως μια ευκαιρία για να αποκτήσουν προϋπηρεσία και να διεκδικήσουν με καλύτερους όρους το εργασιακό τους μέλλον μετά το πτυχίο, είτε εμπλουτίζοντας το βιογραφικό, είτε αποκτώντας «γνωριμίες». Το «Μουσείο» εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αυτή την αντίληψη, πουλώντας είτε το «παραμύθι» πως προσπαθούν να μας κρατήσουμε παραπάνω, είτε υπερτονίζοντας την αξία της συστατικής επιστολής.

Από την άλλη, εγώ θεωρώ ότι εκμεταλλευόταν την «τζάμπα» εργασία μας σε τομείς που δεν επαρκούσε το μόνιμο ή με συμβάσεις ορισμένου χρόνου προσωπικό. Η σχέση, ας πούμε, του ελληνικού δημόσιου με την πληροφορική, το διαδίκτυο και τα social media μπορεί να συγκριθεί με τη σχέση του Κασιδιάρη με την κλασσική μουσική. Άπειροι τόνοι χαρτούρας στοιβάζονται σε ράφια περιμένοντας να αποκτήσουν ψηφιακή μορφή για να εισέλθουν στον 21ο αιώνα. Οι περισσότερες «ωφελούμενες» ασχολήθηκαν λοιπόν, με εργασίες σχετικές με αρχεία, δυο ασχοληθήκαμε με δημοσιογραφία/διαδίκτυο, ένας με τα ηλεκτροτεχνικά και δυο με τον καθαρισμό του κτιρίου. Από άλλη ΜΚΟ είχαν ενοικιαστεί 7μηνοι «ωφελούμενοι» ως φύλακες και για τον καθαρισμό (με τους οποίους λίγες σχέσεις αποκτήσαμε). Η φύλαξη κι ο καθαρισμός προφανώς, εμπίπτουν στις πάγιες και διαρκείς ανάγκες που το πρόγραμμα υποτίθεται ότι δεν κάλυπτε. Αλλά και ανεξαρτήτως της θέσης μας, όλοι μας καλεστήκαμε να σηκώνουμε τηλέφωνα, να βγάζουμε φωτοτυπίες, να μεταφέρουμε έγγραφα κτλ., αφού το «μόνιμο» προσωπικό συρρικνώνεται (είδαμε π.χ. να απολύονται δυο 8μηνοι συμβασιούχοι που δούλευαν χρόνια μέσω δικαστικών αποφάσεων που σταμάτησαν να βγαίνουν θετικές).

Γενικά, το «Μουσείο» από την μια εκμεταλλευόταν την καχυποψία μας απέναντι στη ΜΚΟ που (δεν) μας πλήρωνε, από την άλλη μας συμπεριφερόταν σαν «τα καημένα παιδιά που τους δίνουμε μια ευκαιρία για το μέλλον». Μπορεί να φταίει τ’ ότι έκλεισα τα 30 ή μάλλον τ’ ότι έχω δουλέψει άπειρες φορές ως «παιδί», «φοιτητής» ή «δόκιμος», πάντως γεγονός είναι ότι μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι μ’ αυτή την «γλυκιά υποτίμηση» και, πολύ περισσότερο, όταν την έβλεπα να ενσωματώνεται από τους συναδέλφους. Βασικά, ήμουνα σχεδόν ο μόνος που δεν έμενε με τους γονείς κι οπότε το ζήτημα της μηνιαίας πληρωμής μου έμπαινε με έναν επιτακτικό τρόπο που δεν έμπαινε στους υπόλοιπους. Μετά από ενάμιση μήνα «ωφέλειας» π.χ. κλάταρε η μηχανή και ζητούσε σέρβις κάμποσων εκατοντάδων ευρώ που όλο αναβαλλόταν, ταυτόχρονα μου προέκυψαν έκτακτα ιατρικά έξοδα και η ΕΛ.ΣΤΑΤ. συνέχιζε να μου φορτώνει εργασία ενώ βριζόμουν μαζί της γιατί μου χρωστούσε γύρω στα 1.000 ευρώ δεδουλευμένα. Γλίτωσα την γενική κατάρρευση με λίγα δανεικά, οικονομική βοήθεια 250 ευρώ από τα 900 ευρώ της σύνταξης του πατέρα (συνοδευόμενα από την ντροπή του «το ξέρεις ότι δεν μας περισσεύουν κι όλα εσένα πληρώνουμε») και τελικά την σωτήρια αποπληρωμή των δεδουλευμένων από την ΕΛ.ΣΤΑΤ.

Για να μην τα πολυλογώ, αν και έκανα κάποιες προσπάθειες να μην είμαι τελείως «μουντρούχος», υπήρχε λόγω των παραπάνω μια αποστασιοποίηση από την «απολίτικη χαλαρότητα» των συναδέλφων, αν και είχαμε ως κοινά σημεία την εκτίμηση που έτρεφαν για τις συνδικαλιστικές μου γνώσεις και την συναδελφική στήριξη στα καθημερινά που είχαν να κάνουν με τα εργασιακά μας καθήκοντα και το χτύπημα της κάρτας. Ένα κοινό πρόβλημα όλων των «κοινωφελών» είναι να κατακτήσουμε μια έστω ολιγόμηνη σταθερή θέση (υπολογιστή, καθήκοντα) στον χώρο εργασίας μας, χωρίς αν γίνεται να οξύνουμε τους ανταγωνισμούς με τους μόνιμους ή και μεταξύ μας. Εγώ κατάφερα να κάνω λειτουργικούς δυο «παλαιολιθικούς» υπολογιστές και να κατοχυρώσω μια θέση εργασίας την οποία την μοιραζόμουνα εναλλάξ με συναδέλφους, ενώ ταυτόχρονα τελειοποίησα την τέχνη του «παρουσιάζουμε εργασιακά αποτελέσματα σε αυτό που μας ζητείται με τον λιγότερο δυνατό χρόνο εργασίας» (θεωρώ ότι έψαχνα στο ίντερνετ φύκια και τα παρουσίαζα ως μεταξωτές κορδέλες, οι προϊστάμενοι όμως έδειχναν ικανοποιημένοι).

Συνεπώς, εγώ έβρισκα λύσεις στα εργασιακά ζητήματα, προσποιούμενος ότι δούλευα, και όταν οι συνάδελφοι με αντικαθιστούσαν με άφηναν να ξεκλέβω χρόνο από το 8ωρο για τις υπόλοιπες ασχολίες μου. Σίγουρα, το να τηρήσω αυστηρά το 8ώρο υπό τέτοιες συνθήκες μου φαινόταν κάποιο είδους κακόγουστη τιμωρία (όντας τις περισσότερες ώρες χωρίς PC, πραγματικά δεν είχα κάτι να κάνω), αλλά μην φανταστείτε μόνο «λούφα», το σύνηθες ήταν να κλέβω χρόνο από τη μια δουλεία για να ασχοληθώ με την δεύτερη δουλειά της ΕΛ.ΣΤΑΤ. Το «Μουσείο» θεωρούσε ότι με το χτύπημα της κάρτας θα διασφαλιζόταν η πειθάρχηση τόσο των υπό την απειλή της διαθεσιμότητας «μόνιμων», όσο και ημών των «προσωρινών», και μας απειλούσε ότι θα αφαιρείται ο μισθός μας σε περίπτωση που δεν συμπληρώνουμε ωράριο. Τέτοιες απειλές αποδείχτηκαν τρίχες κατσαρές. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο ΟΑΕΔ, που ξέρει επίσης τι συμβαίνει, έχει βάλει στα καινούρια 5μηνα και στα Voucher ρουφιάνους να ελέγχουν αν βρίσκονται στο χώρο εργασίας τους οι «ωφελούμενοι».

Όσον αφορά τη (μη) μηνιαία πληρωμή μας μάθαμε μέσα από τηλεφωνήματα και ψάξιμο στα ΦΕΚ τα εξής: Η πληρωμή γίνεται σε 3 δόσεις (40%, 50% και 10%), αφού προηγηθούν 3 στάδια. Ένα: η «ΜΚΟ» μετά από ένα μήνα εργασίας όσων προσληφθήκαμε πρώτοι στέλνει βεβαίωση έναρξης της διαδικασίας στο Υπουργείο. Δύο: το «Μουσείο» στέλνει τα παρουσιολόγια μας στη «ΜΚΟ». Τρία: η υπουργός εγκρίνει με μια τζίφρα την πληρωμή μας. Όπως προείπα, η «ΜΚΟ» 2 μήνες μετά την πρόσληψη μας και λίγες εβδομάδες πριν την απόλυσή μας ασχολιόταν ακόμα με τις προσλήψεις «ωφελούμενων» και δεν είχε καν ασχοληθεί με το πρώτο στάδιο. Εγώ στον ενάμιση μήνα ξεκίνησα τα τηλέφωνα στη «ΜΚΟ», ρωτώντας τι γίνεται με την διαδικασία αυτή και γιατί έχει καθυστερήσει από την στιγμή που έχουμε κλείσει το 40% του προβλεπόμενου εργάσιμου χρόνου. Οι εκπρόσωποι της «ΜΚΟ» έριχναν το «μπαλάκι» στο «Μουσείο», στο Υπουργείο και γενικά στο «μνημονιακό ανθελληνικό σύστημα», ενώ όταν επέμενα με βάση τα ΦΕΚ και τα νομικά (του μνημονίου!) μου έλεγαν πάνω-κάτω «να κόψω τους συνδικαλισμούς» και ότι «κάποιοι με υποκινούνε». Το «Μουσείο» συμφωνούσε ότι φταίει η «ΜΚΟ» για όλα, οπότε στραφήκαμε στο Υπουργείο Πολιτισμού, που δεν ήταν μεν εργοδότης μας, αλλά η διαχειριστική αρχή της εύρυθμης (εδώ γελάμε) λειτουργίας του προγράμματος.

Στα μέσα Δεκέμβρη πέτυχα να βρεθούμε οι περισσότεροι «ωφελούμενοι» σε μια αίθουσα του «Μουσείου» και να συμφωνήσουμε σ’ ένα κείμενο καταγγελίας με το οποίο θα πηγαίναμε στο Υπουργείο εν ώρα εργασίας, λέγοντας ότι αν δεν μας έδιναν κάποια απάντηση πάνω στο ζήτημα της πληρωμής μας θα προχωρούσαμε στη δημοσιοποίησή του. Οι περισσότεροι συνάδελφοι έβαλαν θέμα το κείμενο να μην εκθέτει το «Μουσείο» που «δεν φταίει σε τίποτα». Τελικά, φύγαμε από την δουλειά και πήγαμε στο παράρτημα του Υπουργείου, όπου ο υπεύθυνος μας εξήγησε ότι «για όλα φταίνε οι ΜΚΟ», αλλά το μόνο που μπορούνε να κάνουνε είναι είτε να την τιμωρήσουν διακόπτοντας το πρόγραμμα και να μην πληρωθούμε καθόλου, είτε να την αξιολογήσουν άσχημα για να μην ξαναπάρει τέτοιου είδους προγράμματα, πράγμα που έτσι κι αλλιώς θα γινόταν γιατί το κράτος ήδη είχε πετάξει όλες τις ΜΚΟ εκτός των καινούριων κοινωφελών λόγω του «μπάχαλου» που προξένησαν.

Οι περισσότερες συναδέλφισσες βολεύτηκαν με τις εγγυήσεις του Υπουργείου, ότι τελικά τα λεφτά θα τα πάρουμε, «μπορεί Γενάρη, μπορεί Φλεβάρη, δυστυχώς ίσως και Μάρτη». Μόνο εγώ θεωρούσα αδιανόητο να αποδέχεσαι ως εργαζόμενος να δουλεύεις χωρίς μηνιαίο μισθό και προχώρησα στη δημοσιόποίηση μέσω της συνεκοχ του κειμένου διαμαρτυρίας μας. Με το που το διάβασαν κάποιοι προϊστάμενοι επικράτησε πανικός, ότι εκτίθεται το «Μουσείο», και οι περισσότερες συναδέλφισσες μου μετέφεραν τον ίδιο πανικό, επιτακτικά να κατέβει με τα εξής επιχειρήματα: «Χαλάει η εικόνα του “Μουσείου” που δεν μας φταίει και θέλουμε να δουλέψουμε μετά την λήξη του προγράμματος», «με αυτόν τον τρόπο τους νευριάζουμε και έτσι θα καθυστερήσουν ακόμα περισσότερο την πληρωμή μας», «καταλαβαίνουμε ότι εσύ δεν ζεις με τους γονείς, αλλά όλοι μας ξέραμε τι υπογράφαμε και το επιλέξαμε», «εμάς μας νοιάζει να πληρωθούμε κάποια στιγμή, όχι να αλλάξουμε την Ελλάδα» (το τελευταίο το είχα πάρει ως απάντηση κι όταν πρότεινα να ’πούμε σε «ωφελούμενους» από άλλες ΜΚΟ να πάμε όλοι μαζί στο Υπουργείο).

Εγώ συμφωνούσα μόνο στ’ ότι η δημοσιοποίηση θα τους νευριάσει, αλλά θεωρώντας ότι θα λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης να πληρώσουν πιο γρήγορα. Για αυτό το λόγο λίγο πιο πριν είχα μιλήσει μια τελευταία φορά με υπεύθυνη της «ΜΚΟ», ενημερώνοντας την ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθούμε τώρα που τελειώνουμε το πρόγραμμα θα δημοσιοποιήσουμε τις καταγγελίες μας. Η απειλή της δημοσιοποίησης φρίκαρε επίσης την υπεύθυνη της «ΜΚΟ» που μου άφησε να υπονοηθεί ότι η κλήση μου καταγράφεται και άρα «να προσέχω τι λέω», γιατί «μάλλον δεν έχω διαβάσει καλά τη σύμβαση», παραπέμποντας με σαφώς στο άρθρο περί μη δημοσιοποίησης πληροφοριών στα ΜΜΕ. Η «τηλεφωνική τρομοκρατία» που δέχτηκα δεν έστεκε πουθενά νομικά, όπως κι ο συγκεκριμένος όρος άλλωστε, απλώς επιβεβαίωνε απόλυτα το πόσο φοβούνται όλα αυτά τα «ευαγή» ιδρύματα να συνδέεται το όνομα τους με καταγγελίες για εργασιακή εκμετάλλευση. Εγώ προφανώς (δηλαδή για λόγους αξιοπρέπειας) και δεν αποδέχτηκα το «σκάσε και δούλευε», αλλά απογοητεύτηκα από τη στάση των συναδελφισσών, που αντί να μου συμπαρασταθούν απέναντι στην επίθεση, με «μάζεψαν» ακόμα περισσότερο, σκύβοντας το κεφάλι στην «ομερτά» των αφεντικών.

Με αυτή την «ωραία ατμόσφαιρα», έφτασαν τα Χριστούγεννα, οι διευθυντές και οι μόνιμοι άρχισαν να παίρνουν τις άδειές τους και άρα το «Μουσείο» λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά από εμάς τους απλήρωτους «ωφελούμενους». Τις τελευταίες μέρες του χρόνου, η «λούφα», όπως είναι λογικό, έπιασε κόκκινο και ουσιαστικά οι περισσότεροι πήραμε τις μια-δυο μέρες άδεια που δεν δικαιούμασταν από μόνοι μας («εργατικώ δικαίω»), μέσω του συναδελφικού χτυπήματος καρτών[4]. Τον Γενάρη που ξαναγίναμε άνεργοι αρχίσαμε τα τρεξίματα με τον ΟΑΕΔ και για το πώς θα παίρναμε το τριμηνιαίο επίδομα χωρίς να έχουν μπει τα ένσημα από την δουλειά που ολοκληρώσαμε.

Η συνεκοχ έβγαλε κείμενο και αφίσα καταγγελίας γενικά για την απλήρωτη/ανασφάλιστη εργασία στα κοινωφελή πολιτισμού και ειδικότερα για τον συγκεκριμένο «όρκο σιωπής» στη σύμβαση. Για τις καταγγελίες αυτές ενδιαφέρθηκαν κάποιοι λίγοι δημοσιογράφοι αριστερών εφημερίδων και ραδιοσταθμών και έτσι εγώ και άλλη μια συνάδελφος δώσαμε και τις «απαγορευμένες» συνεντεύξεις. Αυτές τις συνεντεύξεις τις διάβασαν κάποιοι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ οι οποίοι κατέθεσαν επερώτηση στη Βουλή για το αν αποδέχεται το Ελληνικό Δημόσιο συμβάσεις με «όρκους σιωπής» και για το πότε θα πληρωθούμε. Είχαμε μπει ήδη στα μέσα Φλεβάρη. Αμέσως μετά την επερώτηση, καλεστήκαμε από το «Μουσείο» να υπογράψουμε τα παρουσιολόγια, το δεύτερο από τα τρία στάδια που απαιτούνται προκειμένου να πληρωθούμε. Εκεί έδωσα μια τελευταία (ελπίζω) «κόντρα», αντιδρώντας στις ειρωνείες υπευθύνου του «Μουσείου» για τη «συνέντευξη κάποιων ανεγκέφαλων», ενώ ταυτόχρονα διεκδίκησα 2 ημερομίσθια που μου είχαν αφαιρεθεί επειδή δεν χτυπούσα κάρτα στις αρχές Οκτώβρη, όταν εργαζόμουν χωρίς υπογραφή σύμβασης (ο μόνιμος συνάδελφος που μου είχε πει ότι θα με καλύψει, τελικά κράτησε την υπόσχεσή του). Τέλος, δηλώσαμε σε όλους τους αρμόδιους φορείς ότι δεν θα ανεχτούμε να γίνει καμιά παρατυπία με αργίες και λιγότερα από 6 ημερομίσθια την εβδομάδα.

Το κείμενο αυτό γράφεται 10 Μάρτη και εμείς ακόμα δεν έχουμε πάρει φράγκο. Στα καινούρια 5μηνα κοινωφελή προγράμματα των 490 ευρώ, πετάχτηκαν έξω οι ΜΚΟ και οι περισσότερες πληρωμές γίνονται μηνιαία. Τα συμπεράσματα από τις νίκες και τις ήττες και από τις μάχες που (δεν) δώσαμε η πρώτη φουρνιά «ωφελούμενων» αποτελούν αντικείμενο συλλογικής επεξεργασίας μιας εργατικής έρευνας που διενεργεί η ΣΚΥΑ, στα πλαίσια της οποίας κατατίθεται και αυτή η μακροσκελής κατάθεση εμπειρίας. Εγώ βρήκα κατευθείαν μια καινούρια ελαστική «σκατοδουλειά» των 200 μάυρων ευρώ και με ένα περίπλοκο τρόπο συνεχίζω να «την βγάζω» (χρωστάω γύρω στα 500 ευρώ σε λογαριασμούς), πεθυμώντας εκείνες τις εποχές που (οι «παλιότεροι» λένε) είχες χρόνο «αράγματος» και δεν χρειαζόταν να δουλεύεις ως άνεργος για να πάρεις επίδομα.
Πολυεργαλείο
Μάρτιος 2014

ΥΓ. Πληρωθήκαμε τελικά μόνο την πρώτη από τις τρεις δόσεις στις 24 Απρίλη, μετά από 6μιση μήνες από την πρόσληψη μας και σχεδόν 4 μήνες μετά την απόλυση μας. Κανά μήνα τα χαρτιά μας βόλταραν από επιτροπή σε επιτροπή στο Υπουργείο Πολιτισμού, και περίμεναν να γυρίσει ο Υπουργός από ταξίδι στο εξωτερικό. Μας έχουν μπει κανονικά οι αργίες, αλλά δεν φαίνονται τα ένσημα μας όσο δεν πληρωνόμαστε και τις 3 δόσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να λάβουμε το τριμηνιαίο βοήθημα ανεργίας των 220 ευρώ. Συνοψίζοντας. Δούλεψα για να πάρω ένα επίδομα εργασίας με το οποίο ίσα που ξεχρέωσα έξοδα πενταμήνου, και λόγω του οποίου δεν μπορώ να λάβω άλλο επίδομα.

Σημειώσεις:



[1] Οι «ιδιώτες συνεργάτες» της ΕΛ.ΣΤΑΤ. εργαζόμαστε με το μοντέλο που κατοχυρώθηκε στις απογραφές του 2011: Συλλέγουμε door-to-door από νοικοκυριά στατιστικά στοιχεία για διάφορες έρευνες (π.χ. για τα ποσοστά της ανεργίας) του ελληνικού κράτους, τις οποίες τις πληρωνόμαστε με το κομμάτι, με απόδειξη δαπανών και παρακράτηση φόρου, χωρίς ένσημα και με μεγάλη καθυστέρηση, μέχρι και 6 μήνες μετά λήξη της κάθε έρευνας.
[2] Το 8μηνο 8ώρο σε δημόσια υπηρεσία σαν τα ΕΛΤΑ συνεπάγεται ότι μπορεί και στην αρχή να σου φορτώνουν έναν άγνωστο τομέα και να τρέχεις και να μην φτάνεις, αλλά μετά από λίγους μήνες αρχίζεις να «ξεψαρώνεις» και να βγάζεις την δουλειά σε ένα 5ωρο, οπότε να έρχεσαι με μισάωρη καθυστέρηση όπως όλοι και να φεύγεις αρκετές φορές 2 ώρες νωρίτερα. Στις φετινές προκηρύξεις ο ΕΛΤΑ αντιμετώπισε αυτήν την «αντιπαραγωγικότητα» παίρνοντας αποκλειστικά 4ωρους για 245 ευρώ το μήνα και, προφανώς, με τον ίδιο φόρτο εργασίας που μόνο «λούφα» δεν επιτρέπει.
[3] Ως workfare ορίζεται χοντρικά η παροχή εργασίας εκ μέρους των ανέργων για να πάρουν το επίδομα που θα δικαιούνταν παλιότερα σε εποχές welfare state (κράτους πρόνοιας)
[4] Αξίζει να σημειωθεί ότι η διεύθυνση προσπάθησε για μια τελευταία φορά να επιβάλλει την εργασιακή πειθαρχία, ζητώντας προπαραμονές Πρωτοχρονιάς να υπογράψουμε ένα έγγραφο ότι παραδώσαμε την καθορισμένη εργασία μας, για να ελέγξει το ποιοι βρισκόμασταν στην δουλειά και ποιοι σε χριστουγεννιάτικες διακοπές.

δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στη Σφήκα τεύχος 6

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου