Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Του Εκκλησιαστή το ανάγνωσμα


"-Το ξέραμε από την πρώτη στιγμή. Κάποια μέρα θα ξυπνούσαμε αλλού, απόμακροι, χωρίς να υπάρχει λόγος, ακολουθώντας τις ζωές μας που θα λοξοδρομούσαν. Η Ούρσουλα υπήρξε μια εποχή -η πέμπτη εποχή του χρόνου, μισή φθινόπωρο και μισή άνοιξη."

Διάβασα επιτέλους αυτό το καλοκαίρι το ιστορικό μυθιστόρημα "Εκκλησιαστής" των Luther Blisset. Δεν το συνιστώ ακριβώς για παραλία, δεν ξέρω αν συνιστώ και κάτι για παραλία, είμαι της άποψης ότι δίπλα στην θάλασσα υπάρχουν πάντα άλλες δραστηριότητες με μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ένα βιβλίο, εκτός τώρα αν είσαι στην ερημιά που δεν πατάει ψυχή με 2-3 φίλους που έχετε βαρεθεί να βλέπετε τα μούτρα τους, εκεί χρειάζεται οπωσδήποτε ένα καλό βιβλίο. Εγώ πάντως το προτιμούσα για μεσημεριανή σιέστα και το ρούφηξα σε καράβια και λεωφορεία.
 
Ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας για να σας πω κάποια αποψάρα. Το χα ακούσει να το συζητάνε φίλοι και το έψαχνα. Μου 'χαν πει ότι τους είχε συνεπάρει η ανάγνωση. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν αρκετές κουρυφώσεις ανάμεσα στις 850 σελίδες. Eγώ πωρώθηκα κυρίως στην περιγραφή της καρναβαλικής εξέγερσης των Αναβαπτιστών στο Μύνστερ, στη μελαγχολική Ούρσουλα που ερωτεύτηκε για λίγο ο ήρωας μετά την πρώτη ήττα των εξεγερμένων χωρικών και στο τέλος με την αμοιβαία προσέγγιση του ήρωα με τον ρουφιάνο των Παππικών που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο "Εκκλησιαστής". Αλήθεια είναι, επίσης, ότι στην αρχή, εγώ μπερδεύτηκα λίγο με τις διαδρομές του ήρωα ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, αν και γνώστης -σε πολύ γενικές γραμμές- των ιστορικών γεγονότων της εποχής.

Το περιεχόμενο του βιβλίου, η κοινωνική σύγκρουση που κρύβεται πίσω από τις θεολογικές διαμάχες αποτελεί ένα ζήτημα που μου παρακινούσε ανέκαθεν το ενδιαφέρον, μάλλον λόγω και της διττής μου σχέσης με την χριστιανορθόδοξη θρησκεία που έτυχε να με βαφτίσουν σε ηλικία που δεν καταλάβαινα και πολλά. Από τη μια πλευρά είχα ως παιδί την ώθηση της μητέρας (και του σχολείου) για κατηχητικά, προσευχές και αντίστοιχες προπαγανδιστικές βλακείες και από την άλλη (ευτυχώς) την ώθηση του πατέρα προς την αθεΐα, ή σίγουρα την κριτική προς τους "κοιλαράδες" παππάδες. Η στάση μου προς τον χριστιανισμό πλέον καθορίζεται στο ένα άκρο από τη ριζοσπαστική αθεΐα και τον κυνισμό απέναντι στις μεταφυσικές πίπες περί του προσώπου του Ναζωραίου και στο άλλο από μια αίσθηση πληβειακής (χωριάτικης;) οικειότητας σε σχέση με τα κηρύγματα περί ισότητας και αγάπης που αποτέλεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο της εξάπλωσης της νέας θρησκείας στην τάξεις των σκλάβων της παρακμάζουσα Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Ο ήρωας του συγκεκριμένου βιβλίου φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι έπαψε να πιστεύει στη βοήθεια των αγγέλων από τη στιγμή που είδε τους μισθοφόρους να σφάζουν τους εξεγερμένους χωρικούς του Τόμας Μίντσερ στο Φράνκενχαουζεν, αλλά μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολουθεί να βαφτίζει κόσμο στο μεταρρυθμιστικό δόγμα που επαγγέλλεται την απλότητα, την κοινοκτημοσύνη και την έλευση της Βασιλείας των Ουρανών στο εδώ και τώρα της ζωής των φτωχών και των ταπεινών.

Το βασικό προτέρημα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτή η μυθιστορηματική Αποκάλυψη της ζωής και των ταξικών συγκρούσεων που κρύβονται πίσω από τις θεολογικές διαμάχες που εγκαινίασε ο συνδυασμός των κηρυγμάτων του Λούθηρο, οι χιλιαστικές προσδοκίες των φτωχών και η έλευση της τυπογραφείας. Πρόκειται για μια ανάγνωση του χριστιανισμού που προφανώς επικοινωνεί με τις μαρξιστικές αναγνώσεις της εξέγερσης των χωρικών, κυρίως από Ένγκελς ("Ο πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία") και Ερνστ Μπλοχ ("Τόμας Μίντσερ: Ο θεολόγος της επανάστασης"). Στα ελληνικά υπάρχει επίσης το "Θαβωρίτες – Τόμας Μίνστερ – Αναβαπτιστές: αιρετική εξέγερση και κομμουνισμός στην Κεντρική Ευρώπη του 15ου και 16ου αιώνα" όπως και το "Ο διάβολος στη σάρκα τους: Τα απολωλότα πρόβατα του πληβειακού χριστιανισμού".

Το βιβλίο παρ' όλα αυτά εμένα μου άφησε μια αίσθηση ξενέρας και μελαγχολίας (με την κακή έννοια, η καλή έννοια παρατίθεται στην αρχή). Δεν είναι τόσο οι ήττες αυτές καθ' αυτές των κομμουνιστικών εξεγέρσεων, είναι η διαδρομή του ήρωα μετά απ' αυτές σε αιρετικά κοινόβια, σε απάτες ενάντια σε τραπεζίτες και στον κόσμο των εκδόσεων πάντα με τη συνοδεία καλού κρασιού και ωραίων γυναικών. Ο αναχρονισμός ανάμεσα στο 1520-30 και στο 1960-70 είναι νομίζω κάτι παραπάνω από εμφανής για ένα μυθιστόρημα που βγήκε από μια ομάδα ανώνυμων ριζοσπαστών συγγραφέων που "παίζουν" με τους κανόνες του θεάματος. Ξαναλέω η Ήττα είναι παρούσα από το πρώτο κεφάλαιο και προφανώς την γνώριζα (αλλιώς δεν θα ζούσαμε σε αυτό τον κόσμο!), αυτό που με ξενερώνει είναι ότι το βιβλίο αφήνει την αίσθηση που αφήνουν όλα τα βιβλία που έχουν γραφτεί από τους "ναυαγούς των sixties": Νοσταλγία για τις ένδοξες μάχες, απογοήτευση για την καταστρεπτική εξουσία των "πατέρων" και την βλακεία των δογμάτων και τέλος παραίτηση και ιδιώτευση ανάκατη με μικροαστικές αρπαχτές και πολιτισμικό κεφάλαιο προς επένδυση "για να μην ξεχαστεί το τι έγινε".

Θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Δεν ξέρω, πάντως γεννήθηκα πολύ μετά τις ήττες του 60-70 κι έχω βαρεθεί αρκετά αυτό το λίγο μελαγχολικό αλλά και 100% υπεροπτικό χαμόγελο κάτω από τα μουστάκια των παλιών. Δεν ξέρω αν είμαι αυστηρός, ο επίλογος ουσιαστικά υπερασπίζεται την απόλαυση της ζωής χωρίς σχέδιο, ίσως είναι τα χριστιανικά μου κατάλοιπα που μου κάνουν πάντα πιο συμπαθείς αυτούς που "χαθήκανε νωρίς", που μαρτύρησαν στην μάχη παρά αυτούς που επέζησαν για να καταλήξουν μορφωμένοι έμποροι/πρώην επαναστάτες.